Παλιά συγκυρία, νέα καθήκοντα

(κείμενο συμβολής για τη συνδιάσκεψη)

«Νέα συγκυρία, νέα καθήκοντα».
Να μια κοινότοπη φράση που θα ταίριαζε στην περίσταση…

Υπάρχει, ωστόσο, ένα πρόβλημα, που –ως ένα βαθμό– χαρακτηρίζει όλες τις τετριμμένες εκφράσεις. Ενώ, η συχνή χρήση τους τις συνδέει συνειρμικά με πολλά διαφορετικά νοήματα, ταυτόχρονα, είναι η ίδια συχνή χρήση που κάνει το νόημά τους να φαντάζει αυτονόητο. Συνεπώς, μέσα από τη χρήση τέτοιων φράσεων, είναι δυνατό να νομίζει μια ομάδα ανθρώπων ότι μιλά για το ίδιο πράγμα, τη στιγμή που ο καθένας εννοεί κάτι διαφορετικό. Από την άλλη, όμως, η αναγνώριση αυτού του προβλήματος μας ωθεί να ξανασκεφτούμε το ιδιαίτερο νόημα που θέλουμε να εκφράσουμε με μια κοινοτοπία, καθιστώντας την –πιθανά– εκ νέου σύμβολο ενός συγκεκριμένου κοινού νοηματικού περιεχομένου και μιας νέας ισχυρής ενότητας μεταξύ των ανθρώπων που το μοιράζονται. Ταιριάζει, λοιπόν, αυτή η φράση στην περίπτωσή μας; Ας το ψάξουμε λίγο…

Νέα συγκυρία, παλιά καθήκοντα

Πρώτο βήμα, να εξετάσουμε ποια είναι τα καινούργια στοιχεία που καθιστούν την παρούσα συγκυρία πραγματικά νέα. Το εισηγητικό κείμενο θέτει σωστά ως γνωρίσματα της νέας συγκυρίας, τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, το «άδειασμα» του κοινωνικού μπλοκ του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, τη συνεπαγόμενη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συλλογική αποχώρησή μας από αυτόν, καθώς και τη νέα κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που υποβόσκει στη σκιά αυτών των εξελίξεων.

Ερχόμενοι, όμως, στο δεύτερο βήμα, είναι μάλλον δύσκολο να αναγνωρίσουμε τη «νιότη» των συνεπαγόμενων καθηκόντων που –και από το κείμενο– τίθενται μπροστά στη νέα συγκυρία: «κατανόηση της σύνθεσης του 62% του ΟΧΙ» και «συγκρότηση της πολιτικής μορφής που θα μπορεί να το εκπροσωπεί πολιτικά». Γιατί, λοιπόν, τα καθήκοντα αυτά να χαρακτηριστούν ως «νέα»; Νομίζω πως θα συμφωνήσουμε όλοι και όλες στο ότι αυτό ήταν το γενικό μοτίβο της –δικής μας, τουλάχιστον– αριστερής στρατηγικής τις προηγούμενες δεκαετίες, πριν ακόμα κι από την εποχή των μνημονίων: πυροδότηση-στήριξη κοινωνικών κινημάτων και εκπροσώπησή τους στην κεντρική πολιτική σκηνή, ώστε να συσσωρευτούν οι όροι για μια νέα αριστερή ηγεμονία που, μακροπρόθεσμα, θα οδηγήσει στον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ισχυριζόμαστε, εδώ, ότι η παραπάνω στρατηγική αποδείχτηκε αρκούντως πετυχημένη για το ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να πάρει την κυβερνητική εξουσία και να έχει μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να δρομολογήσει τον κοινωνικό μετασχηματισμό…

Τα φαινόμενα της θερινής περιόδου

…μέχρι που ήρθε το «πραξικόπημα» της 12ης Ιουλίου. Και για να είμαστε –θεωρητικά, έστω– σοβαροί, πρόκειται ακριβώς για ένα «πραξικόπημα» σε εισαγωγικά: κανείς δεν ήρθε με πραγματικά όπλα να σκοτώσει ή να συλλάβει τον Τσίπρα, τους «κύκλους» του και τους οπαδούς του, για να τον εμποδίσουν να «σκίσει» –ή να «ακυρώσει» με πιο ευγενικό τρόπο– τα μνημόνια. Το μόνο που του έκαναν είναι ότι απείλησαν να αφήσουν τις τράπεζες να καταρρεύσουν, με την εναλλακτική πρόταση για μια «συντεταγμένη» έξοδο από το ευρώ. Αυτό ήταν όλο.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι μια τέτοια διαδικασία θα ήταν ένα λιβάδι στρωμένο με ροδοπέταλα ή ότι με έναν μαγικό τρόπο θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην μεγάλη νίκη των εργαζομένων. Αντιθέτως. Αλλά το θέμα δεν είναι να συμφωνήσουμε στην αδιαμφισβήτητα μεγάλη βαρύτητα ενός τέτοιου γεγονότος. Το βασικό ζήτημα είναι το να μας απασχολήσει το γιατί είναι τόσο μεγάλο αυτό το γεγονός.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η πραγματική διαχωριστική μεταξύ ημών και των προαναφερθέντων· όχι, όμως, στο ότι απαντάμε διαφορετικά στο παραπάνω ερώτημα, αλλά στο ότι δεν φοβόμαστε να το θέσουμε και να το απαντήσουμε. Δηλαδή: ναι, θα είχαμε σοβαρή αύξηση της ύφεσης, μείωση της αγοραστικής δύναμης, απώλεια καταθέσεων, δυσκολία (ή και αδυναμία) στις μηνιαίες πληρωμές μισθών (που γίνονται μέσω τραπεζών), ενώ θα αυξανόταν η τιμή των εισαγόμενων προϊόντων τεχνολογίας και του μοσχαρίσιου κρέατος. Αλλά και τι έγινε; Η ζωή μπορεί να συνεχιστεί κι έτσι. Αυτό, προφανώς, δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει σχέδιο για το πώς θα αντιμετωπίσουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά, όπως θα δούμε και παρακάτω, αυτό δεν είναι το μεγάλο μας πρόβλημα στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα.

Εντούτοις, ένα τέτοιο ενδεχόμενο φαντάζει για πολλούς και πολλές εξωπραγματικό. Είπαμε να σκίσει η κυβέρνηση τα μνημόνια, όχι όμως να χάσουμε και τα λεφτά μας από την τράπεζα. Αυτό που θα πρέπει να κατανοήσουμε, είναι ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν είναι ένα ρητορικό πρόβλημα. Είναι ένα κυριολεκτικά πραγματικό πρόβλημα. Στον καπιταλισμό το χρήμα εξασφαλίζει, κατά κάποιον, τρόπο την “συνέχεια της ζωής”, τόσο με την έννοια του τρόπου ζωής (life style) που δεν είμαστε διατεθειμένοι/ες να αφήσουμε έτσι εύκολα, όσο και με την πιο κυριολεκτική έννοια. Η υγεία μας κρέμεται από αυτό, και όλοι και όλες κρατάνε στην άκρη λεφτά “για μια δύσκολη στιγμή”.

Σε αυτό το σημείο αρχίζουμε να πλησιάζουμε την ρίζα του προβλήματος. Για κάποιους, μια διαφορετική ζωή είναι αδιανόητη, ενώ για κάποιους άλλους είναι το ζητούμενο. Εδώ, όμως, θέλει λίγο προσοχή. Ο συγκεκριμένος διαχωρισμός δεν συμπίπτει με τον ταξικό διαχωρισμό ή με διαφορές στο εισόδημα. Μπορεί η διάρθρωση της ψήφου, και στο δημοψήφισμα, αλλά και στις εκλογές του Σεπτέμβρη, να είχε εν πολλοίς χαρακτηριστικά ταξικής ψήφου, αλλά το «εν πολλοίς» είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το «απολύτως»· υπήρχαν δηλαδή και μισθωτοί ή άνεργοι που ψήφισαν «ΝΑΙ», όπως και αστοί που ψήφισαν «ΟΧΙ». Αλλά, το κυριότερο είναι ότι την ταξικότητα της ψήφου επικαλείται και η κυβέρνηση: εν πολλοίς, τα εργατικά και φτωχά στρώματα ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, παρά την «κωλοτούμπα».

Το σύμπτωμα

Πως εξηγούνται, λοιπόν, αυτά τα φαινόμενα; Κατά τη γνώμη μας, το κλειδί για την κατανόησή τους είναι να αντιληφθούμε ότι, εκτός από (ή μήπως αντί για;) «σύστημα», ο καπιταλισμός είναι και σύμπτωμα· με απλά λόγια, είναι μια συνήθεια που δεν κόβεται εύκολα.

Κι αυτό για δύο –αλληλένδετους– λόγους: ο πρώτος έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο καπιταλισμός –η παραγωγή και κυκλοφορία του εμπορεύματος μέσω του χρήματος– είναι ο τρόπος με τον οποίον καναλιζάρεται –εν πολλοίς– η απόλαυση των υποκειμένων στις μέρες μας: ψώνια, νέα ρούχα, νέο κινητό, νέο αμάξι, (ή) βραδινό ποτάκι, φτηνό ταβερνάκι με ωραίο φαΐ, εναλλακτικό (ή και όχι) ορθάδικο με ευκαιρίες για ατέλειωτο φλερτ και σεξ για τους/τις πιο χύμα, κ.ο.κ. Για να απολαύσει κανείς, λοιπόν, χρειάζεται χρήμα, άρα και τράπεζες, άρα και καπιταλισμό.

Υπό την έννοια αυτή, σοσιαλιστικός μετασχηματισμός σημαίνει –με έναν τρόπο– μετασχηματισμός της σχέσης που έχουμε με την απόλαυσή μας, των τρόπων που σχετιζόμαστε με τους γύρω και τον εαυτό, μας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Αυτός είναι, άλλωστε, ο μόνος τρόπος να αντιληφθούμε τον μετασχηματισμό των σχέσεων των φύλων, αλλά και της σχέσης μας με την φύση, ως στρατηγικό στόχο και όχι ως “δευτερεύουσα αντίθεση”.

Βέβαια –ερχόμενοι τώρα στον δεύτερο λόγο–, η αλήθεια είναι ότι υπάρχει και σοβαρότερο πρόβλημα που δεν αφορά την χαρά της κατανάλωσης, αλλά την αναγκαία παραγωγή. Καθετί αναγκαίο για μια σταθερή και σίγουρη ζωή, η απόκτηση τροφής, νερού, φαρμάκων, στέγασης κ.ο.κ., εξαρτάται από το χρήμα, και μάλιστα, από τη σταθερή ροή χρήματος. Πως αναπληρώνουμε εμείς αυτό το κενό, σε περιπτωση που αυτή η ροή διακοπεί βίαια;

Αλλά, εδώ, θέλει, και πάλι, λίγη προσοχή. Μέχρις αυτό το σημείο, δεν είπαμε και πολλά καινούργια πράγματα. Η αριστερά τα γνωρίζει όλα αυτά, και γι’ αυτό προσπαθεί να βρει το «σχέδιο» –οικονομικού, κυρίως, τύπου– που θα αντιμετωπίζει όλες αυτές τις δυσκολίες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να απαντήσει με «ορθολογικό» ή «επιστημονικό» τρόπο, σε ένα μη ορθολογικό πρόβλημα: το πρόβλημα του συμπτώματος.

Το σύμπτωμα, βλέπετε, έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι αρθρώνεται στα όρια μεταξύ του λογικού και του μη λογικού, ή –με πιο σωστή ορολογία– στα όρια του συμβολικού και του πραγματικού, ήτοι, στα όρια της ύπαρξης νοήματος και της ανυπαρξίας του. Το σύμπτωμα είναι εκείνη η νοηματική δομή που επιτρέπει στα υποκείμενα να βιώνουν μια πραγματικότητα κατανοητή και, κυρίως, αναμενόμενη, καλύπτοντας το θεμελιώδες άγχος που μας προκαλεί η αβεβαιότητα και το νοηματικό χάος του πραγματικού.

Όταν, λοιπόν, το σύμπτωμα κλονίζεται δια της αμφισβήτησής του από μια άλλη αφήγηση (νοηματική δομή), το απωθημένο άγχος έρχεται στο προσκήνιο· οι δε τρόποι εκδήλωσής του σε μια «σοβαρή», «ορθολογική κουβέντα» παίρνουν «ανεξήγητες» και ανορθολογικές μορφές, όπως, για παράδειγμα, μια ανεξήγητη άρνηση («τι ‘ναι αυτά που λες», «δεν γίνονται αυτά τα πράγματα», κλπ.), ή ακόμα και μια ανεξήγητη εχθρότητα («άσε ρε κομμούνι, σας ξέρουμε εσάς» ή «τι χίπικα είναι αυτά που μου λες, τράβα να τα πεις στους φίλους σου που βάζουν χημικές τουαλέτες»). Όμως, ακόμα και ένας πιο δεκτικός συνομιλητής, υπεραμύνεται του συμπτώματός του, βρίσκοντας διαρκώς λογικά αδιέξοδα στη αφήγηση-αμφισβητία (αυτή, ίσως είναι για πολλούς/ες μια αρκετά γνώριμη εμπειρία από συζητήσεις του τελευταίου καλοκαιριού: «τι νόημα θα είχε το συνέδριο αφού θέλατε να φύγετε από πριν», «ο λαός δεν ήταν έτοιμος», «θα πάρει χρόνο να αυξηθούν οι εξαγωγές και η εγχώρια παραγωγή», «ο Πούτιν είπε στον Τσίπρα να μείνει στο ευρώ γιατί δεν μπορούσε να στηρίξει οικονομικά», κλπ.), προσπερνώντας όμως, ταυτόχρονα, τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα της δικής του λογικής δομής. Σε κάθε περίπτωση, αν κάποιος ή κάποια θέλει να βρει κάτι να πει, είναι απολύτως σίγουρο ότι θα το βρει.

Αλλά, ακόμα κι αν υπερισχύσει η αμφισβητούσα νοηματική δομή στο γήπεδο της λογικής, το σύμπτωμα έχει και άλλες γραμμές άμυνας: την ηθική και την αισθητική· σ’ αυτή την περίπτωση, κάτι δεν είναι «σωστό» από αυτά που προτείνει η άλλη νοηματική δομή, ή κάτι δεν «αρέσει» στο υποκείμενο. Και είναι ειδικά στις κατηγορίες της ηθικής και της αισθητικής ο τόπος που φωλιάζει η απόλαυση του συμπτώματος· στον ίδιο τόπο που συγκροτείται και η ταυτότητα του υποκειμένου.

Όμως, το πραγματικό υπερόπλο του συμπτώματος είναι ότι μόνο αυτό μπορεί να υπερνικήσει το θεμελιώδες υπαρξιακό άγχος του υποκειμένου. Γι’ αυτό και, ακόμα κι όταν όλες οι παραπάνω άμυνες υποχωρούν, πολλές φορές το υποκείμενο απλώς δεν τολμά να αποχωριστεί το σύμπτωμά του. Ακόμα, δηλαδή, κι αν το υποκείμενο κατανοεί πως δεν υπάρχει κανένα λογικό, ηθικό ή αισθητικό ζήτημα για να μην κάνει κάτι που αντιτίθεται στο σύμπτωμά του, εν τέλει, καταλήγει να μην το κάνει, γιατί το σύμπτωμά του ήταν πραγματικά το μόνο πράγμα που ξέρει να κάνει, το μοναδικό πράγμα που έχει μάθει να είναι.

Τα συμπτώματα της «αντίπερα όχθης»

Η θέση μας, λοιπόν, είναι ότι οι «ανεξήγητες» πολιτικές επιλογές διαφόρων, από τον Τσίπρα μέχρι τον ψηφοφόρο της γειτονιάς, μπορούν να γίνουν περισσότερο προσεγγίσιμες μέσω της προβληματικής που συνοπτικά παρουσιάσαμε παραπάνω. Ως σύμπτωμα, ο καπιταλισμός αποδεικνύεται πολύ πιο ισχυρός απ’ όσο νομίζουν, είτε αυτοί/ες που θεωρούν την απουσία θετικής προοπτικής από μεριάς του κυρίαρχου λόγου ως επαρκή συνθήκη για μια «κρίση ηγεμονίας», είτε ακόμα κι αυτοί/ες που θεωρούν ότι το κύριο όπλο του συστήματος είναι ο αυταρχισμός και οι καταπιεστικοί μηχανισμοί του κράτους.

Αυτές οι δύο παραδοχές μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν εκδηλώσεις διαφορετικών συμπτωμάτων που ευδοκιμούν εντός του «κινήματος» (και, για να είμαστε ειλικρινείς, εντός του συστήματος), με την ευρύτερη έννοια του όρου. Ξεκινώντας από τη δεύτερη, αυτή μπορεί να είναι συνυφασμένη με το σύμπτωμα του αναρχικού: επειδή με εξιτάρει η πολεμικού τύπου αντιπαράθεση με τα ΜΑΤ, ή επειδή δεν μπορώ επ’ ουδενί να διαχειριστώ την ύπαρξή μου μέσα στο σάπιο εκμεταλλευτικό σύστημα, εξαιτίας της σκληρής και καθαρής σαν διαμάντι ηθικής μου, εξεγείρομαι με έναν απόλυτο, όσο και δονκιχωτικό τρόπο. Έτσι, στην πρώτη περίπτωση πάω τα Σάββατα για μπάχαλα στη Στουρνάρη και τις Κυριακές γήπεδο, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, γίνομαι παράνομος τιμωρός-τρομοκράτης (προφανώς, χάριν συντομίας, σχηματοποιούμε εδώ λίγο υπερβολικά, ευελπιστώντας ότι το point γίνεται εμφανές).

Όμως, η πρώτη παραδοχή μας είναι πολύ πιο γνώριμη. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο λόγος που ο λαός δεν εισρέει μαζικά στις γραμμές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς για να οργανώσει την επανάσταση, είναι γιατί η αριστερά δεν έχει «σωστό σχέδιο»: είτε το σχέδιο είναι ρεφορμιστικό και δεν εμπνέει τις μάζες, είτε είναι πολύ αριστερίστικο και δεν αφορά τα άμεσα συμφέροντα των μαζών, είτε δεν είναι αρκετά εμπεριστατωμένο για να πείσει τις μάζες ότι μπορούμε και χωρίς ευρώ ή δεν μπορούμε εντός ευρώ.

Η γνώμη μας είναι ότι όλες οι προαναφερθείσες εκλογικεύσεις περικλείουν ένα στοιχείο αλήθειας: όχι μόνο η θεωρία, αλλά και η εμπειρία της οργανωμένης αριστεράς δείχνει ότι και όραμα χρειάζεται, και μάχη για την καθημερινότητα, και τεκμηριωμένες προτάσεις, ακόμα και πολεμικές συγκρούσεις, αν οι καιροί το απαιτήσουν. Υπάρχουν, όμως, δύο προβλήματα.

Το πρώτο είναι ότι τα παραπάνω δεν αρκούν. Η ιστορία έχει δείξει ότι, ακόμα κι αν οι μάζες εμπνευστούν, επαναστατήσουν και νικήσουν σε μια αποφασιστική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις της αντίδρασης, χρειάζεται να μετασχηματιστεί η καθεμιά και ο καθένας ξεχωριστά προκειμένου να στεριώσει η νέα κοινωνία (αν το σκεφτούμε εντωμεταξύ, αυτή η πολύ παλιά διαπίστωση της αριστεράς ίσως είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη του ότι ο καπιταλισμός είναι σύμπτωμα). Καλούμαστε, λοιπόν, να γίνουμε κάποιοι άλλοι και κάποιες άλλες, να αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε και αντιμετωπίζουμε την ίδια την ζωή μας.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι, όταν έρχεται αντιμέτωπη με το θέμα του προσωπικού μετασχηματισμού, η αριστερά δεν είναι πολύ αποτελεσματική. Από τη μία, ψάχνει θεωρητικά τους απαραίτητους όρους και προϋποθέσεις που θα καταστήσουν ιστορικά εφικτό αυτόν τον στόχο –π.χ. μια αφηρημένη «αλλαγή των σχέσεων παραγωγής» ή διαφορετικού τύπου ιδεολογικοί μηχανισμοί· σκέφτεται, λοιπόν, ότι η εφαρμογή αυτών των προϋποθέσεων περνάει μέσα απ’ την κατάληψη της εξουσίας, παραβλέποντας, όμως, ότι η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει ήδη έναν επαρκώς μαζικό μετασχηματισμό υποκειμένων. Οπότε, συνήθως, προσπαθεί να αντεπεξέλθει σ’ αυτό τον μετασχηματισμό αξιοποιώντας το κόμμα ως ιδεολογικό μηχανισμό: εκεί, το νέο μέλος μαθαίνει ότι ο/η σωστός/ή κομμουνιστής/τρια ξυπνάει νωρίς το πρωί αν χρειαστεί για να πάρει χώρο για αφίσες παίζοντας ξύλο, συμμετέχει στη δημοκρατική λήψη των αποφάσεων, ενθαρρύνει τη συμμετοχή των γυναικών στα όργανα, μελετά την κατάλληλη θεωρία και πηγαίνει σε όλες τις συνελεύσεις, τις καταλήψεις και τις διαδηλώσεις, αντί να πάει για καφέ. Όλα αυτά είναι περισσότερο ή λιγότερο χρήσιμα μεν, άλλα δεν απαντούν στον πυρήνα του προβλήματος.

Η αδυναμία απάντησης γίνεται πλέον έκδηλη όταν το προς μετασχηματισμό υποκείμενο δεν είναι φοιτητής/τρια. Κι αυτό επειδή τα προαναφερθέντα δίνουν μεν ταυτότητα, δηλαδή ηθική, εργαλεία κατανόησης (ακόμα και πρεστίζ), άρα απόλαυση στο νεαρό υποκείμενο, αλλά δεν καλύπτουν τις βασικές ανάγκες του νέου εργαζόμενου λίγα χρόνια αργότερα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, εδώ, ότι το πακέτο της φοιτητικής αριστεράς συμπληρώνεται με τα πάρτυ, τα κρασιά, τις παρέες, το σεξ και, φυσικά, τα χρήματα των γονέων (δεν είναι ίσως τυχαίο ότι δυσκολευόμαστε υπερβολικά να εντάξουμε “τους φοιτητές/φοιτήτριες που εργάζονται συστηματικά” στις γραμμές μας). Όμως, όλο αυτό το συμπληρωματικό πακέτο, με το τέλος της φοιτητικής ζωής αναδιατάσσεται: τα λεφτά των γονέων τελειώνουν, τα φοιτητικά πάρτυ γίνονται όλο και λιγότερο διασκεδαστικά, ενώ οι παρέες και το σεξ μπαίνουν σε άλλα καλούπια, και αποκτούν περισσότερη «σχετική αυτονομία» προς την αριστερά. Τότε, η μισθωτή εργασία ή το ελεύθερο επάγγελμα (κατά κύριο λόγο), δηλαδή ο καπιταλισμός, κάθεται πλέον στη θέση του οδηγού και αναλαμβάνει να καθαρίσει για τις βιοτικές ανάγκες, τη σιγουριά και, τελικά, την απόλαυση του υποκειμένου. Και η αριστερά; Αυτή αναλαμβάνει πλέον ένα περιορισμένο κομμάτι του ελεύθερου χρόνου του υποκειμένου και το γεμίζει με καμιά εκδήλωση, καμιά διαδικασία, κανένα αρθράκι σε κανένα σάιτ, άντε και καμιά απεργία στο τσακίρ κέφι· κι αυτό ήταν όλο. …Α, μας συγχωρείτε, ξεχάσαμε και τις ευκαιρίες καριέρας ως επαγγελματικό στέλεχος που προσφέρει η αριστερά, υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι δεν θα πηγαίνεις και πολύ κόντρα στη γραμμή ή θα φραξιονίζεις επαρκώς για να διατηρείσαι σ’ αυτέ τις θέσεις ως τασάρχης, υποτασάρχης, κλπ. (πράγμα, βέβαια, που δεν σημαίνει ότι όλοι και όλες όσοι/ές δεν ακολουθούν την γραμμή μας έχουν απαραίτητα αυτό ως κίνητρο).

Εμείς (;)

Είναι, ίσως, περιττό να επισημάνουμε το πόσο θυμίζουν όλα τα παραπάνω τη δική μας εμπειρία στη νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, κατά την οποία, βέβαια, υποκύψαμε και σε άλλον ένα πειρασμό: αυτόν της άρον-άρον μαζικοποίησης, είτε για τις ανάγκες εσωτερικών αντιπαραθέσεων, είτε παρασυρόμενοι ελαφρώς από την πάση θυσία κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας, γεγονός που άφησε στα αζήτητα τον ατομικό μετασχηματισμό δια της λειτουργίας του κόμματος ως ιδεολογικού μηχανισμού.

Αλλά, το σημαντικότερο είναι να αναγνωρίσουμε ότι όλη αυτή η φασαρία που φροντίζει την ταυτότητά μας ως ριζοσπαστική αριστερά νέων μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, παρέχοντάς μας απόλαυση, έχει απόλυτη ανάγκη τον καπιταλισμό, καθώς και μια σειρά από επιμέρους χαρακτηριστικά που τον συνοδεύουν: την αστυφιλία και το «προμοτάρισμα» της διανοητικής σε βάρος της χειρωνακτικής εργασίας, που μας δίνει τη δυνατότητα –παλιότερα– ή, έστω, την ελπίδα –που πάντα πεθαίνει τελευταία, ακόμα και στις μέρες μας– μιας καλοπληρωμένης δουλειάς γραφείου –για την οποία, άλλωστε, κάναμε τον κόπο να τελειώσουμε τη σχολή μας.

Πόσο έτοιμοι είμαστε, λοιπόν, να «υπερβούμε» τον καπιταλισμό ακόμα κι εμείς οι ψημένες/οι; Και αν είμαστε όντως έτοιμοι –αφού ψηθήκαμε σωστά– με ποιο παράδειγμα και ποια μέθοδο μπορούμε να «πείσουμε» όλη αυτή την απέραντη μάζα άψητων υποκειμένων που απολαμβάνουν τον καπιταλισμό και ονειρεύονται (μαζί με εμάς, ίσως) μια επιστροφή στο 2007;

Νέα στρατηγική, νέα καθήκοντα

Νομίζουμε, λοιπόν, ότι τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να προσπαθήσουμε στα σοβαρά να οργανώσουμε την έξοδό μας από τον καπιταλισμό στο σήμερα, «παίρνοντας την παραγωγή στα χέρια μας», στήνοντας συνεταιριστικά παραγωγικά εγχειρήματα.

Και για να είμαστε σαφείς, διευκρινίζουμε:

α) όταν λέμε ότι «τίποτα δεν μας εμποδίζει», λέμε και κάτι ακόμα και το τονίζουμε: τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να προσπαθήσουμε στα σοβαρά. Μπορεί φυσικά να συναντήσουμε χίλια εμπόδια· αλλά γιατί να μην καταφέρουμε να ξεπεράσουμε πολλά από αυτά; Μήπως, η προσπάθειά μας για «αξιοπρεπή δουλειά με δικαιώματα» είναι στρωμένη με ροδοπέταλα; Άραγε, το κράτος και η ΕΕ δεν μας κάνουν τη ζωή δύσκολη ούτως ή άλλως; Γιατί, λοιπόν, στις σημερινές συνθήκες ο δεύτερος δρόμος να είναι πιο εύκολος από τον πρώτο; Εμείς, τουλάχιστον, δεν βλέπουμε κάποιο λόγο.

β) άρα, τελικά, δεν μας εμποδίζει «τίποτα» απολύτως; Όχι ακριβώς· αυτό που μας εμποδίζει «πραγματικά» είναι το σύμπτωμά μας. Έχουμε μάθει να βρίσκουμε τα πατήματά μας μέσα από τον καπιταλισμό και βολευόμαστε στις ατέρμονες, όσο και διχαστικές, συζητήσεις για τη «συσσώρευση όρων», το «σχέδιο», τη σχέση της στρατηγικής μας με το κράτος, την ΕΕ, και άλλα τέτοια· χρήσιμες μεν, αλλά και ιδιαίτερα απολαυστικές για όσους/ες συμμετέχουν δε (άλλωστε, το βαθύ μυστικό του καθήκοντος είναι η απόλαυση που αντλεί αυτός που το αναλαμβάνει). Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η απόλαυση δεν στήνει ένα μαζικό και ριζοσπαστικό αντιπαράδειγμα τρόπου ζωής, δεν συνιστά μια ελκυστική, ενδιαφέρουσα και πραγματική απάντηση στο πως να ζήσουμε την ζωή μας στην προοπτική μιας άλλης κοινωνίας.

γ) δεν εννοούμε, προφανώς να πάρουμε στα χέρια μας το σύνολο της παραγωγής ή να εξέλθουμε του καπιταλισμού απολύτως. Εννοούμε, όμως, μέσα από αυτή τη διαδικασία να συγκεντρώνουμε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της παραγωγικής πίττας σε συνεταιριστικά χέρια, τα οποία θα παλεύουμε να έχουν και μια αντικαπιταλιστική πολιτική κατεύθυνση: όταν τα έσοδα υπερκαλύπτουν την αξιοπρέπεια των εργαζομένων, δεν θα κοιτάνε να τα βάλουν στην τσέπη αλλά να δημιουργήσουν μια νέα θέση εργασίας, και σε μια πιθανή κρίσιμη στιγμή ρήξης στο μέλλον, θα συμβάλλουν όπως μπορούν στη στήριξη της παραγωγής και των λαϊκών αναγκών.

δ) κατά τη γνώμη μας, είναι ίσως ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος μετασχηματισμού υποκειμένων. Το εισόδημα του εργαζόμενου δεν θα προέρχεται από τη μισθωτή σχέση ή από έναν ατομικό δρόμο, αλλά μέσα από τη συνεργασία και τη δημοκρατική συναπόφαση, θα καλλιεργεί, δηλαδή, μια άλλη απόλαυση, μιαν ορισμένη δημοκρατική απόλαυση.

Άλλωστε, αυτά δεν υποτίθεται ότι μας αρέσουν; γιατί δεν το βλέπουμε, λοιπόν, και με λίγο μεράκι; γιατί μας συνεπαίρνει περισσότερο (λέμε τώρα) ο αγώνας για το στήσιμο σωματείων και η πάλη με τη σκληρή εργοδοσία, και όχι μια πολύ πιο απελευθερωτική διαδικασία σαν κι αυτή; Αφήστε που ένα τέτοιο κίνημα θα μπορούσε όχι μόνο να συμβάλλει στην υπόθεση της ανασύνθεσης της αριστεράς, αλλά και να μας φέρει σε επαφή με τις πλατιές μάζες της άνεργης νεολαίας και όχι μόνο, η οποία ψάχνει απεγνωσμένα για μια διέξοδο. Πως αλλιώς μπορούμε, άλλωστε, να παλέψουμε για την “ηγεμονία μιας κουλτούρας «δημιουργικού αντικαπιταλισμού» με αξιοποίηση γνώσεων και δεξιοτήτων των νέων ανθρώπων σε κατεύθυνση αμφισβήτησης των καπιταλιστικών αυτονόητων.”[1]; Διότι είναι άλλο πράγμα να έχουμε την παραπάνω γραμμή ως κάτι που προπαγανδίζουμε στις μάζες για να προχωρήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, κι άλλο να είμαστε αυτοί και αυτές που δίνουν το παράδειγμα.

Είναι θετικό ότι οι περισσότερες δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς διαισθάνονται και αναγνωρίζουν ένα έλλειμμα στρατηγικής και μια αδυναμία να εκφράσουν μαζικά τις αγωνίες της νεολαίας. Αυτό που θέλουμε να πούμε, είναι ότι η αριστερά δεν θα μπορέσει ποτέ να «εκφράσει» τη νεολαία, αν δεν τη μετασχηματίσει. Γι’ αυτό και τα παλιά καθήκοντα που συνδέονται με τη λογική της «εκπροσώπησης» των από κάτω από ένα πολιτικό υποκείμενο δεν μπορούν να μας φέρουν μεγάλες και ουσιαστικές νίκες. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια νέα στρατηγική, με νέα «καθήκοντα»· αλλά για να το τολμήσουμε πρέπει να κάνουμε μια βαθιά αυτοκριτική και να αναμετρηθούμε με το ερώτημα, αν αυτό που φαντασιωνόμαστε είναι, τελικά, είτε μια κλασική αριστερή σοσιαλδημοκρατική συνθήκη –μισθωτής, πάντα– «αξιοπρεπούς δουλειάς με δικαιώματα», είτε το γράψιμο ιστορίας ως «αντιπρόσωποι» του κομμουνισμού, όπου ο ριζοσπαστισμός μας δεν περιλαμβάνει την πρακτική εμπλοκή με τον παραγωγικό μετασχηματισμό, αλλά εξαντλείται απλώς στην προπαγάνδισή του, τον κατάλληλο σχεδιασμό του, και τελικά την κεντρικο-πολιτική αντιπροσώπευση αυτών που θα έχουμε «εμπνεύσει», «εκφράσει» και «υπερασπιστεί», κόντρα στις πολιτικές του μνημονίου.

Κλείνοντας, αν κάτι πρέπει να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε, αυτό δεν είναι το νέο στοιχείο της συγκυρίας, αλλά το παλιό: πως, δηλαδή, ο καπιταλισμός καταφέρνει και ενσωματώνει (ή περιθωριοποιεί πολιτικά) αθόρυβα τους «από κάτω» –ιδιαίτερα από τον β’ ΠΠ και μετά, μέχρι και σήμερα–, αλλά και τους «πολιτικούς αντιπροσώπους» τους, τα κομμουνιστικά και ριζοσπαστικά κόμματα και νεολαίες. Και ακριβώς επειδή αυτή η συγκυρία έχει καταφέρει να παλιώσει, πρέπει να προβληματιστούμε για τη μέχρι τώρα πρακτική μας και να βάλουμε στον εαυτό μας ένα νέο καθήκον: να τολμήσουμε να αποχωριστούμε το καπιταλιστικό μας σύμπτωμα.

 

 

Δημήτρης Παπαζαχαρίας

Σωκράτης Γιαννόπουλος

[1]     Απόσπασμα από την ανακοίνωση αποχώρησής μας από την νεολαία ΣΥΡΙΖΑ.

In this article