Η «έξοδος» από τα μνημόνια και την πραγματικότητα: μια ιστορία δίχως τέλος και το ανοιχτό στοίχημα

Γράφουν οι: Άκης Ζαρκαδούλας, Αντώνης Φάρας


Η ολοκλήρωση του μνημονιακού προγράμματος χρηματοδότησης και δημοσιονομικής πειθάρχησης του ελληνικού κράτους από τους δανειστές – εταιρούς του, παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ως η επιστροφή της χώρας στην ομολάτοτητα. Σύμφωνα μάλιστα με τις εξαγγελίες της μέσω αυτής αναπτύσσεται η δυνατότητα αυτόνομης πολιτικής σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Παρά τις επιμέρους αντιθέσεις και αλληλοκατηγορίες μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, που έχουν περισσότερο επικοινωνιακή παρά πρακτική διαφοροποίηση, η εξέλιξη αυτή συνέχει το σύνολο του αστικού πολιτικού προσωπικού καθώς υλοποιεί τις στοχεύσεις και τον σχεδιασμό του εγχώριου και διεθνούς κεφαλαίου. Στόχος είναι η παγίωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου με τους όρους που εισήχθησαν από τη μνημονιακή πολιτική των τελευταίων ετών και την εκτεταμένη επίθεση στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

Η μνημονιακή πραγματικότητα, μετά από τόσα χρόνια υλοποίησης της, είναι βαθιά συνδεδεμένη και έχει επηρεάσει την συλλογική μνήμη αναδεικνύοντας θεωρήσεις συλλογικής ευθύνης, παραίτησης και απογοήτευσης – ιδίως μετά τη πλήρη μνημονιακή εναρμόνιση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος κεφαλοποίησε την δυναμική των κινημάτων αντίστασης σε λογικές προγραμματικής διαχείρισης. Εκτιμούμε ότι πέρα από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της οικονομίας που πραγματοποιήθηκε και στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω, οφείλουμε να τονίσουμε την μεταβολή στην κοινωνική σύνθεση και τον συσχετισμό δύναμης σε αντιδραστική κατεύθυνση.

Μέσα και παρά την αρχική υλοποίηση του πρώτου μνημονίου, αναδείχθηκε μία πρώιμη κοινωνική πρωτοπορία στην βάση υλικών διεκδικήσεων με συνειδητές πολιτικές σχέσεις (ξεπερνώντας σε στιγμές της τη λογική της κοινωνικής ειρήνης και της λελογισμένης διαμαρτυρίας που έχει κυριαρχήσει στον Δυτικό κόσμο), η οποία με την πρωτοφανή διαθεσιμότητα της ανέδειξε τάσεις ανατροπής οι οποίες εώς τότε εμφανίζονται στιγμιαία και σποραδικά γύρω από μερικά αιτήματα. Αναφερόμαστε σε τμήματα της εργατικής τάξης, των φτωχών εργαζόμενων και της νεολαίας τα οποία έδρασαν με πρωτοφανή ταξική συνείδηση και αλληλεγγύη, αναδεικνύοντας από την μία την αμηχανία της αριστεράς να συμβαδίζει μαζί τους και από την άλλη τη πόλωση του κρατικού μηχανισμού για την καταστολή τους.

Η εφαρμογή των μνημονίων, ιδιαίτερα μέχρι τον Φλεβάρη του 2012, αντιμετωπίστηκε με ένα κύμα γενικών απεργιών, νέων μορφών παρέμβασης, συγκρούσεων, το οποίο δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε ένα αναβαθμισμένο επίπεδο σύγκρουσης και βίας για την επιβίωση ή την ανατροπή της μνημονιακής (και καπιταλιστικής) τάξης πραγμάτων (με τις αντίστοιχες πολιτικές εκπροσωπεύσεις και στοχεύσεις) ή στην διοχέτευση του σε πιο ήπιες και θεσμικές εκφάνσεις. Η έκφανση αυτού του διλήμματος κρίθηκε από την κατάσταση των αγωνιζόμενων στρωμάτων και τάξεων καθώς και την στρατηγική των δρώντων δυνάμεων. Μία σειρά από εξελίξεις όπως η γενικευμένη συνθήκη ανεργίας και εργασιακής επισφάλειας, η εξαναγκαστική μετανάστευση νεανικού ή/και φτωχοποιημένου πληθυσμού, η συνθήκη και το νομικό/κατασταλτικό οπλοστάσιο του κράτους εκτάκτου ανάγκης, η αδυναμία γενίκευσης μορφών άμεσης και ριζοσπαστικής οργάνωσης σε επίπεδο γειτονιάς και εργασιακού χώρου και η εστίαση αποκλειστικά σε μορφές κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης συντέλεσαν στην αποδυνάμωση της κοινωνικής διαθεσιμότητας.

Η προδιαγεγραμμένη άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία από αυτό το σημείο και μετά, μπορούσε είτε να επαναφέρει τη αντίσταση με όρους σύγκρουσης ή να εισάγει μία σοσιαλδημοκρατική λογική διαχείρισης. Η επικράτηση της μίας ή της άλλης επιλογής εξαρτήθηκε άρρηκτα από τις κοινωνικές συμμαχίες, τη σχέση με την κοινωνία και τις μάζες και την πολιτική στόχευση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο βίος και η πολιτεία του ΣΥΡΙΖΑ που ασκεί κυβερνητική εξουσία από τον Γενάρη του ‘15, αναδεικνύει τις απαντήσεις που έδωσε σε αυτά ερωτήματα:

  • Το πολιτικό υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται είναι ένας άνευρος και παθητικός “λαός” ο οποίος μπορεί να συμμετέχει στην πολιτική μέσω της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Όταν η κοινωνική πλειοψηφία αντιτίθεται στην επιθυμητή πολιτική της κυβέρνησης, η επίκληση στρέφεται στο Έθνος (όχι με τον ακροδεξιό τρόπο επίκλησης του Σαμαρά, αλλά με την χρήση του σχήματος “επώδυνες επιλογές για το καλό της χώρας”). Η κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ έγινε ως επί τω πλείστον μικροαστική, τοποθετώντας τον εαυτό της στον άξονα του προοδευτισμού- αρκεί βέβαια αυτός να μην περιπλέκεται με το βιοπορισμό και την ασφάλεια της.
  • Η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τις μάζες αποτελεί αναπαραγωγή της παραδοσιακής σχέσης αντιπροσώπευσης: εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός, καταστολή της λαϊκής κοινοποίησης, απόπειρες θεσμικού κατευνασμού κοκ. Η χρήση αριστερών σλόγκαν δεν αποτελούν παρά επικοινωνιακή λογοκοπία, μία φλυαρία μακριά από την πραγματικότητα που προσανατολίζεται για ιδεολογική “κατοχύρωση”. Δεν αναγνωρίζεται πολιτική πέρα από την κοινοβουλευτική αποτύπωση της και αγώνας που να μην οφείλει να τοποθετηθεί και να αξιολογηθεί πάνω στο δίλημμα “Τσίπρας ή Μητσοτάκης”.Τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικά για την κριτική του ΣΥΡΙΖΑ στην ριζοσπαστική και κομμουνιστική αριστερά, την οποία χαρακτηρίζει -με την έπαρση του σοσιαλδημοκρατικής κοπής που τον διακρίνει -ως αμελητέα κοινωνικά και πολιτικά. Ξεχνώντας βέβαια ότι η αριστερά, ο κομμουνισμός και το ανταγωνιστικό κίνημα φωλιάζουν στη καθημερινή δραστηριότητα, στην συνείδηση και τις επιλογές των καταπιεζόμενων, στην κίνηση για την ανατροπή και όχι στο Μαξίμου και στη θεσμική συνομιλία με τον ΣΕΒ.
  • Οι πολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς και επέδειξαν ταξική μεροληξία – αλλά για τους από πάνω. Το πρώτο εξάμηνο χαρακτηρίστηκε από απροθυμία προετοιμασίας της ρήξης, ετεροχρονισμό και σπασμωδικότητα κινήσεων.Ας μην ξεχνάμε τη πολιτική του Capital Control: αντί να εφαρμοστεί άμεσα, ως ένα εργαλείο πάλης, χρειάστηκε να προηγηθεί η τεράστια εκροή μεγάλου κεφαλαίου στο εξωτερικό και ο εκβιασμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας- εφαρμόστηκε δηλαδή μόνο όταν ο αντίπαλος (οι μεγαλοκαταθέτες και οι επενδυτές) είχε θωρακιστεί από τον κίνδυνο.Ας μην ξεχνάμε το δημοψήφισμα και την έμπρακτη ακύρωση της λαϊκής βούλησης: από δέσμευση για τους κυβερνώντες σε προτροπή που μπορεί να παραβιαστεί υπό το βάρος ευφυολογημάτων για ΤΙΝΑ. Η υλοποίηση των μνημονίων είναι από μόνη της ενδεικτική καθώς προχωρά στη συνέχιση και εμβάθυνση της ίδιας κοινωνικά καταστροφικής πολιτικής: ιδιωτικοποιήσεις, δανειακές υποχρεώσεις, υποχρηματοδότηση κοινωνικού κράτους, περικοπές, εργατική νομοθεσία στα μέτρα των αφεντικών κα.

Αναφερόμαστε στα παραπάνω όχι για να καταλογίσουμε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι ήταν η πιο επιβλαβής μνημονιακή κυβέρνηση – αυτό μικρή σημασία έχει. Αλλά ότι ήταν το κατεξοχήν παράδειγμα για τις “υπηρεσίες” που πρόσφερε το αστικό πολιτικό δυναμικό με την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής. Ας μας επιτραπεί λοιπόν να καταδεικνύουμε το “έργο” τους χωρίς να συμμεριζόμαστε τα διλήμματα και τις αγωνίες τους. Στεκόμαστε αδιάλλακτα από την άλλη πλευρά και επιδιώκουμε να χρησιμοποιήσουμε την ιστορική κοινωνική μνήμη ως εργαλείο σύγκρουσης με τα διάφορα προσωπεία τους. Ποιος εργαζόμενος, νεολαίος, φοιτητής που πλήττεται πιστεύει στα αλήθεια ότι μπορεί να αλλάξει η κατάσταση, αν η κυβερνητική εξουσία ασκείται από το ένα ή το άλλο πρόσωπο του νεόκοπου δικομματισμού;

Σε αυτό το σημείο θέλουμε να αναφερθούμε στο ζήτημα της οικονομίας, το οποίο από ζήτημα κοινωνικής φύσεως και πολιτικών επιλογών μετατράπηκε σε τεχνοκρατικό διαπληκτισμό σε τηλεοπτικά παράθυρα. Μια σειρά από ερωτήματα πρέπει να ξεφύγουν από τον συσκοτισμό που έχει καλλιεργηθεί για αυτά και να επιστρέψουν δυναμικά στο δημόσιο διάλογο:

Ήταν άραγε αναπόφευκτα τα μνημόνια και δεν γινόταν αλλιώς;

Γιατί μπήκαμε στο μνημονιακό καθεστώς και τι σημαίνει που βγαίνουμε;

Ποιοι ωφελήθηκαν από αυτό και πως;

Τα μνημόνια ήταν αποτέλεσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε στις ΗΠΑ και εξαπλώθηκε παγκόσμια το 2008. Η κρίση αυτή ανέδειξε τη καταστροφή λαιμαργία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου το οποίο, για να δανειστούμε τη φράση του Μαρξ, “ένα 100% (σημ. αναφέρεται σε ποσοστό κέρδους) θα το καταστήσει έτοιμο να ποδοπατήσει όλους τους ανθρώπινους νόμους και για ένα 300%, δεν υπάρχει έγκλημα στο οποίο θα διστάζει ούτε κίνδυνος που δε θα αναλάβει». Η κρίση αυτή πρακτικά μας ενδιαφέρει για τις εξής συνέπειες της: υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης λιτότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και περιορισμού της πιστοληπτικής ικανότητας των κρατών.

Η Ελλάδα βρέθηκε σε μία κατάσταση που δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της (τόσο για έξοδα και υποχρεώσεις της κεντρικής κυβέρνησης όσο και του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος) ούτε να δανειστεί σχετικά. Η παραπάνω διατύπωση ωστόσο είναι ελλιπής καθώς παραλείπει την διαρθρωση των υποχρεώσεων και τους λόγους για τους οποίους, από όλες τις χώρες της ΕΕ (και παγκόσμια) με προβλήματα χρέους, μονάχα ορισμένες οδηγήθηκαν σε τόσο βάναυσα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Η κυνική παραδοχή των ενορχηστρωτών της εισόδου στο μνημόνιο Παπανδρέου – Παπακωνσταντίνου ότι “συμφωνήσαμε να ανταλλάξουμε δάνεια με λιτότητα” είναι ενδεικτική για τη διάρθρωση και τη κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού και τη στήριξη του από το ξένο κεφάλαιο. Ήταν αυτή η σχέση ελληνικού και ξένου κεφαλαίου που οδήγησε στην επιλογή εισόδου στο μνημόνιο: εφόσον οι απώλειες του ενός μεταφράζοντας σε απώλειες του άλλου (πάνω από 95% των χρημάτων των προγραμμάτων επέστρεφαν σε ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές τράπεζες) το κόστος του τυχοδιωκτισμού και της παραγωγικής και τραπεζικής αναρχίας που είχαν δημιουργήσει έπρεπε να αντληθεί από την εργασία, τις αποταμιεύσεις και γενικότερο το εισόδημα της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η είσοδος στο νέο καθεστώς ωστόσο δεν ήταν εξαναγκαστική αλλά συνειδητή απόπειρα διεξόδου η οποία, όπως έχουμε αναφέρει παραπάνω, πρόσφερε ιδανική συνθήκη για την νεοφιλελευθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Για να μπορέσει όμως να λειτουργήσει ως διέξοδος και να υλοποιηθεί, οι ελίτ- με τους διανοούμενους, τους δημοσιογράφους και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς τους- έπρεπε να διασφαλίσουν τη κοινωνική ηγεμονία με την συμπληρωματική χρήση συναίνεσης και βίας. Η έξοδος που ανακοινώθηκε σήμερα, σημαίνει ότι το διάστημα της υλοποίησης η ηγεμονία αυτή – με τις διακυμάνσεις της και κάποια οριακά σημεία- επιτεύχθηκε.

Αξίζει να επισημάνουμε σε αυτή τη διαδικασία το ρόλο των υπερεθνικών δομών και μηχανισμών καθώς και τη μετατόπιση του κέντρου λήψης αποφάσεων σε αυτά ή ορθότερα στον συνασπισμό εξουσίας που δημιουργούνται σε αυτά.Οι παρεμβάσεις και ο έλεγχος της τρόικα πάνω στα res publica του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έχουν υπάρξει πρωτοφανείς σε χώρα μέλος της ΕΕ, αναδεικνύοντας την διαφορά ταχυτήτων καθώς και παθογένειες της νομισματικής και πολιτικής ένωσης. Η αδυναμία μετασχηματισμού της ΕΕ (και αντίστοιχων θεσμών), το ευρώ και η οικονομική ένωση ως εργαλείο ελέγχου, η αντιδημοκρατική λειτουργία νομίζουμε έχουν αποδειχθεί με την ελληνική περίπτωση: ο μετασχηματισμός τέτοιων δομών πρέπει να αντιστρέψει τη θεωρητική ευγλωττία της πιθανότητας και να στραφεί στο ρεαλισμό του βιώματος όχι ενός λαού ή μίας οικονομίας, αλλά των καταπιεζόμενων τάξεων. Η λιτότητα έχει εδραιωθεί πανευρωπαϊκά μέσω του ελληνικού παραδείγματος (και των λεγόμενων χωρών του Νότου) ως μηχανισμός με τις δικλείδες και τις μεθόδους αποσυμπίεσης της κοινωνικής έντασης.

Σε αυτό το σημείο είναι ειλικρινείς οι δηλώσεις και το αίσθημα ευφορίας αξιωματούχων ότι η ολοκλήρωση του οικονομικού προγράμματος “ενισχύει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα”. Είναι ψευδής ωστόσο η αναγνώριση σε αυτό κάποιας μόρφης “βοήθειας και αλληλεγγύης στον ελληνικό λαό”. Αλληλεγγύη σε τέτοια ζητήματα μπορεί να εκφράσει μονάχα η συνειδητή προσπάθεια του “έθνους των εργαζομένων”. Τα μνημόνια ενίσχυσαν τα συμφέροντα της νεοφιλελεύθερης τάξης, δηλαδή των απανταχού κερδοσκόπων, εκμεταλλευτών, πολεμοκάπηλων.

Το έμπρακτο δίδαγμα του μνημονίου είναι ότι η αντίσταση ενάντια σε αυτή τη τάξη πραγμάτων οφείλει να έχει σκοπό την ανατροπή της. Ότι η αντίσταση χρειάζεται κοινωνικό  υποκείμενο και ότι το υποκείμενο αυτό εξαρτάται από την συνείδηση του ρόλο του, των μέσων, της έντασης της ταξικής πάλης στην οποία προτίθεται να καταφύγει. Αντίστοιχα χρειάζεται μνήμη και οργάνωση ώστε να μην επαναλαμβάνει λάθη του παρελθόντος και να μην οδηγείται σε αδιέξοδα του μέλλοντος. Η παγίωση του μνημονίου σημαίνει την εμπέδωση μιας αντιδραστικής καθημερινότητας σε βάρος των ζωών μας.

Για εμάς, το πραγματικά σημαντικό στοίχημα είναι να επανανοηματοδοτήσουμε την έννοια της αριστεράς, να την εμπλουτίσουμε με νέες αναλύσεις, συμπεράσματα και πρακτικές, ώστε να ανακτήσουμε την αξιοπιστία της. Να δείξουμε, δηλαδή, πως δεν είναι κάθε αριστερό πολιτικό σχέδιο καταδικασμένο να εκφυλίζεται «όπως ο ΣΥΡΙΖΑ».

Οφείλουμε επίσης να αναμετρηθούμε με την ένταξή μας στην αριστερά. Είναι μια τέτοια ένταξη για εμάς εφ’ όρου ζωής; Αν ναι, τότε δεν έχει να κάνει με επιμέρους ταυτίσεις και χαμένες ευκαιρίες. Έτσι, είναι η ώρα να μιλήσουμε για προϋποθέσεις και δυνατότητες μιας αντικαπιταλιστικής στρατηγικής στο σήμερα, βάζοντας στο επίκεντρό της τη νέα γενιά της ανεργίας και της μετανάστευσης, αλλά και των τεράστιων δυνατοτήτων.

Είναι σημαντικό η μεθοδολογία οικοδόμησης μια τέτοιας αντικαπιταλιστικής στρατηγικής να μπορεί να αποκτήσει μαζικά χαρακτηριστικά και, πολύ περισσότερο, στοιχεία γείωσης μέσα στους κοινωνικούς χώρους. Έτσι, δεν αρκεί να διαθέτουμε απλώς μια αντικαπιταλιστική εκφώνηση, ασκώντας πίεση στην εργοδοσία και τα κόμματα της καπιταλιστικής σταθερότητας, αποκλειστικά μέσω της διατύπωσης αιτημάτων. Η αριστερά οφείλει να συνδέεται και να έχει οργανική εμπλοκή με παραγωγικά και κοινωνικά αντι-παραδείγματα (συνεταιρισμούς, αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες παραγωγής), με το εργατικό κίνημα και με αυτό-οργανωμένες δομές αλληλεγγύης· να παράγει, δηλαδή, πολιτική με διαφορετικό τρόπο, πέρα και έξω από το κράτος.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν ότι είναι απαραίτητη η συσσώρευση ισχύος «από τα κάτω», αναγνωρίζουμε παράλληλα ότι ο αγώνας για την εξουσία δεν μπορεί να αντικατασταθεί από μια οποιαδήποτε οικοδόμηση εκτός του κράτους. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να αποτελεί δικαιολογία για να μένει η αριστερά προσκολλημένη στις παλιές συνήθειες και κυρίως σε μια λανθασμένη γραμμική αντίληψη του τύπου «πρώτα πολιτικός αγώνας, μετά κατάληψη της εξουσίας και μετά οικοδόμηση».

Η προαναφερθείσα προσέγγιση αποτελεί για εμάς την αφετηρία ενός νέου στρατηγικού σχεδιασμού, που θα αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα τόσο της αντίστασης, όσο και της ανταγωνιστικής οικοδόμησης, καθώς και τις σημαντικές δυνατότητες που προκύπτουν από τον κατάλληλο συνδυασμό τους.

Μακριά από λογικές ηττοπάθειας αλλά και μικροηγεμονισμών οφείλουμε έμπρακτα να κατανοήσουμε ότι είμαστε οργανικό μέρος της κίνησης για την ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Της οργάνωσης των οχυρών αντίστασης, της οικοδόμησης μιας νέας εικόνας για το κίνημα και την αριστερά, της πεποίθησης ότι μπορούμε να κερδίσουμε.

In this article