Για να θελήσουμε, για να μπορέσουμε (Να σταθούμε στο πλευρό των προσφύγων και μεταναστών/στριών, στο μπόι των ανθρώπων)

Κείμενο παρουσίασης της Immigraniada, ανοιχτής υπό συγκρότησης θεματικής ομάδας για το προσφυγικό- μεταναστευτικό

Την τελευταία περίοδο γίνεται προφανές ότι το μεταναστευτικό ζήτημα προβάλλεται από τον κυρίαρχο λόγο, μέσω των μιντιακών φορέων του δυτικού «πολιτισμού και ανθρωπισμού», με τη μορφή κάποιας σειράς δυσοίωνων σεναρίων που απειλούν μερικές από τις πιο θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές όπως αυτές της «καθαρότητας», της ασφάλειας και της προστασίας των δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών πάντα χωρών, την ώρα που το αδιέξοδο βαθαίνει για χιλιάδες μετανάστες-τριες και πρόσφυγες.

Η «προσφυγική κρίση», όπως συνηθίζει να ονομάζει το ζήτημα ο αντίπαλος αποτελεί μια εξέλιξη που προέκυψε από την ίδια την κίνηση μεταναστών-τριών – προσφύγων οι οποίοι προσπαθώντας να ξεφύγουν από την εμπόλεμη κατάσταση στη Συρία έφτασαν ουσιαστικά να διεκδικούν το αυτονόητο δικαίωμα τους στη ζωή και την «ορατότητα» τους . Ωστόσο τα αίτια αυτής της κίνησης θα πρέπει κανείς να τα αναζητήσει στις ιμπερεαλιστικές επεμβάσεις και την στήριξη των αυταρχικών – ολοκληρωτικών καθεστώτων από την πλευρά της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Η μακροχρόνια παρουσία στρατευμάτων και η εμπλοκή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής δεν έχει πάρα να προβάλλει μια σειρά εμφυλίων και επιθετικών πολέμων καθώς και τη ενίσχυση αυταρχικών και ανελεύθερων καθεστώτων. Με όχημα την ρεπουμπλικάνικης κοπής έννοια της «ελευθερίας», οι κυρίαρχες οικονομικά και στρατιωτικά χώρες επωμίστηκαν αυτοβούλως έναν ιδιότυπο «εκδημοκρατισμό» της περιοχής, το οποίο λειτούργησε ως προσωπείο για την εξυπηρέτηση των οικονομικοπολιτικών συμφερόντων τους. Συμφέροντα για τα οποία δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ωμή βία και αμείλικτη προπαγάνδα αφήνοντας πίσω τους κοινωνίες σε ερείπια. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτής της πολιτικής είναι οι συρράξεις σε Αφγανιστάν, Ιράκ και προσφάτως στη Συρία.

Τα παραπάνω έρχονται σε συνδυασμό με την ύπαρξη αντιθέσεων στο εσωτερικό των κρατών της περιοχής ή τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς (λχ Ισραήλ- Σαουδική Αραβία), οι οποίοι ταυτόχρονα μετατρέπονται σε ανταγωνισμούς των αντίστοιχων συμμαχιών τους. Ενδεικτικά η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, οι φονταμενταλιστικές διαθέσεις και οι οξυνόμενοι θρησκευτικοί ανταγωνισμοί συγκαταλέγονται στη λίστα με τα αίτια της κοινωνικής εξαθλίωσης (και της μετανάστευσης που αυτή συνεπάγεται) ενισχύοντας ή προετοιμάζοντας το έδαφος για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Με βάση τη διαπίστωση αυτή δεν γίνεται να μην αναφερθούν τόσο η συμμετοχή των ευρωπαϊκών στρατευμάτων σε όλους σχεδόν τους πολέμους και στρατούς κατοχής, όσο και στα «λάφυρα» που αντλήθηκαν – χαρακτηριστικά εξοπλίζοντας στρατούς ή αγοράζοντας κρυφά πετρέλαιο από τις πήγες που κατέχει ο ISIS. Η «κρίση» λοιπόν, για την οποία γίνεται λόγος από διάφορους αξιωματούχους της ΕΕ, δεν ήταν ούτε ξαφνική ούτε νομοτελειακή, άλλα ως έναν βαθμό λογική απόρροια της εφαρμοζόμενης διεθνούς πολιτικής. Πλέον, η Ευρώπη δεν μπορεί «να κάνει τα στραβά μάτια» στην καταστροφή στην οποία και εκείνη ως αυτουργός συμμετείχε: στο βίαιο ξεριζωμό δηλαδή ανθρώπων από το τόπο, τις οικογένειες, τις συνήθειες, τις παραδόσεις και εν τέλει τις ζωές τους.

Ως εκ τούτου οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η κίνηση των προσφύγων είναι μια κίνηση για επιβίωση. Το οξύμωρο των καιρών μας, λοιπόν, συμπυκνώνεται στο ότι ακόμη και το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα στην επιβίωση τίθεται σε αμφισβήτηση όταν από τη διαχείριση του υπάρχουν οφέλη που μπορούν να αντληθούν. Ο τρόπος που προσεγγίζει το ζήτημα η ΕΕ φαίνεται να είναι ποικίλος. Λόγου χάρη από την μία σε πρώτο βαθμό επιχειρήθηκε η μιντιακή προβολή ενός κλίματος -ή και σε ορισμένες περιπτώσεις ένα καθεστώς- τρομοϋστερίας, ειδικά μετά τα γεγονότα στο Παρίσι, που ως τελικό στόχο είχε την οχύρωση και παθητικοποίηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών πίσω από την ιδέα της ασφάλειας και τον περιορισμό του φαντασιακού εχθρού τους έξω από τα τείχη της Ευρώπης φρουρίου. Μια πρακτική ωστόσο που ενώ κατάφερε να αναδείξει κάποια αντιδραστικά χαρακτηριστικά και να εντείνει την ρητορική της ακροδεξιάς περί «τζιχαντιστών» προσφύγων δεν μπόρεσε να αντικρούσει την αυθόρμητη εκδήλωση έμπρακτης αλληλεγγύης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες προς τους πολιτικούς και οικονομικούς πρόσφυγες.

Σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση λοιπόν, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι πριν λειτουργήσει σαν μια Ευρώπη φρούριο, λειτουργούσε (και εξακολουθεί να το κάνει) ως μια Ευρώπη πολιορκητικός κριός- με το ελληνικό κράτος , και στις δυο περιπτώσεις, λόγω και γεωγραφικής θέσης, να παίζει ιδιαίτερο ρόλο. Σε πρώτο βαθμό, η παθητικότητα του ελληνικού κράτους και η κατά γράμμα τήρηση και πειθάρχηση στις διεθνείς συμμαχίες που συμμετέχει (λχ ΝΑΤΟ) παρείχε ένα ασφαλές ορμητήριο για τις διάφορες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και εκ των συνθηκών μετατράπηκε σε μια ολοένα και πιο επιθετική ανοχή της στρατιωτικοποίησης των συνόρων.

Επιπρόσθετα καθώς η Ελλάδα αποτελεί τον κύριο ίσως κόμβο διέλευσης μεταναστών-τριών και προσφύγων αναδεικνύει η σημασία της για την διαχείριση αυτών που οι κυρίαρχοι αποκαλούν μεταναστευτικές ροές. Λόγω αυτού η τωρινή κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, δεν μπορεί να παρεκκλίνει από την ακροδεξιά στάση της ΕΕ χωρίς να συγκρουστεί μαζί της. Έτσι στη πράξη εναρμονίζεται στο υπάρχον πλαίσιο διατηρώντας τους φράχτες, καθώς και την παθητική στάση όσον αφορά την υποδοχή, μέριμνα, περίθαλψη κοκ μεταναστών/στρίων. Αποδεχόμενη εν τέλει την ευρωπαϊκή οπτική για την αντιμετώπιση του θέματος, όπως αυτή αποτυπώνεται στις αποφάσεις των συνόδων κορυφής με θέμα το μεταναστευτικό, συντελεί και αυτή στην ανατροφοδότηση των αντιμεταναστευτικών πολιτικών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το «μεγαλόπνοο» σχέδιο που υφαίνεται σε αυτές τις «περίφημες» συνόδους για την αντιμετώπιση της προσφυγικής «κρίσης» περιλαμβάνει μια Ελλάδα hotspot της Ευρώπης, που θα εγγυάται δηλαδή τον εγκλωβισμό ανθρώπων εντός της ελληνικής περιφέρειας και την ύψωση όσο το δυνατόν περισσότερων εμποδίων στην μετακίνηση τους.

Στον αντίποδα του κύματος έμπρακτης κοινωνικής αλληλεγγύης, το οποίο αναφέρθηκε παραπάνω, τα κράτη φαίνεται να επιχειρούν να πείσουν τις κοινωνίες ότι εκείνα είναι τα καθ’ ύλην αρμόδια για την «επίλυση» του προσφυγικού- μεταναστευτικού, ότι εκείνα ξέρουν πότε, πως, πόσοι πρόσφυγες είναι «καλοδεχούμενοι». Καθόλου τυχαία δεν αποτελεί η προσπάθεια σύγχυσης των εννοιών της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπίας, που δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε μία άλλου τύπου σύγχυση- αυτή τη φορά όσον έχει να κάνει με τα «κατάλληλα» μεθοδολογικά εργαλεία για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Απέναντι στο καθολικό «πρόσφυγες-μετανάστες/στριες καλοδεχούμενοι» και το «να πέσουν οι φράχτες, να ανοίξουν τα σύνορα» των κινημάτων, η ενιαία ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική φαίνεται να μην έχει πειστικές απαντήσεις. Για αυτό το λόγο χρησιμοποιεί μεθοδολογικά εργαλεία με την προσδοκία να της επιτρέψουν να αποτελέσει τον αποκλειστικό διαχειριστή της προσφυγικής κίνησης και της αντιμετώπισης της από την κοινωνία. Χρησιμοποιεί εν ολίγοις εργαλεία επιβολής και καταστολής, αποκλεισμού, αποτροπής και θανάτου.

Η όξυνση των συνοριακών ελέγχων και την ανύψωση φραχτών, η αναβάθμιση του ρόλου της frontex , η παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, η δημιουργία νέου τύπου hot spots στη γειτονική Τουρκία, δεν μπορούν παρά να έχουν ως άμεσα αποτελέσματα τη στοχοποίηση των μεταναστών-τριών, προσφύγων και χιλιάδες ναυάγια στη περιοχή του Αιγαίου. Αποτελούν δηλαδή μια απαραίτητη συνθήκη για την υλοποίηση του στόχου, την παύση των προσφυγικών ροών (με κάθε μέσο) και την διαχείριση των προσφύγων- μεταναστών/στρίων στη βάση των συμφερόντων των κυρίαρχων ως ανθρώπων χωρίς δικαιώματα, και εφόσον εκείνοι εγκατασταθούν ως πολίτες τελευταίας κατηγορίας, ως φτηνό εργατικό δυναμικό, ως εσωτερικός εχθρός ακόμα κοκ.

Εν κατακλείδι, οι πρόσφυγες- μετανάστες/στριες καλούνται από την Ε.Ε. να λειτουργήσουν ως αποδιοπομπαίος τράγος και να αντιμετωπίσουν μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης και εκτάκτου ανάγκης. Ως εκ τούτου, το προσφυγικό αναμένεται να είναι ένα από τα κατ’ εξοχήν πεδία στα οφείλουμε να παρέμβουμε εισάγοντας αλληλέγγυα και ριζοσπαστικά αιτήματα, ενάντια στις προθέσεις ολοκλήρωσης μιας όλο διευρυνόμενης κατασταλτικής πολιτικής. Καθώς η πρωτοκαθεδρία και η δυνατότητα άμεσης θεσμικής πραγμάτωσης βρίσκεται στα χέρια των κυρίαρχων, οφείλουμε να επαγρυπνούμε σχετικά με τις εξελίξεις ώστε να τις προλαβαίνουμε και να επικαιροποιούμε σχετικά τις αναλύσεις μας. Οφείλουμε να προωθούμε αιτήματα για την ένταξη των προσφύγων- μεταναστών/στρίων στους κοινωνικούς σχηματισμούς σαν ισότιμους πολίτες. Πέρα από τα αιτήματα για ελεύθερη και ανεμπόδιστη μετακίνηση, το κίνημα και οι ριζοσπαστικές οργανώσεις καλούνται να αναζητήσουν χειραφετικά προτάγματα καθώς και τις πρακτικές που θα γεννήσουν την ισχύ για την πραγμάτωση τους:

Στο «να ανοίξουν τα σύνορα, να ζήσουν οι άνθρωποι» οφείλουμε να προσθέσουμε το «να αποκτήσουν ισότιμα δικαιώματα και προοπτικές, να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους».

Συνοπτικά οφείλουμε να συμβάλλουμε στην ενίσχυση ενός εξωστρεφούς αλληλέγγυου κινήματος στη βάση της κοινωνικής αυτοοργάνωσης και της σύνθεσης μιας κοινής καθημερινότητας ντόπιων και μεταναστών με στόχο την άσκηση κοινωνικής πίεσης και την ηγεμονία των δικών μας αξιών- της ισότητας, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης – για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Για την συνεισφορά μας λοιπόν σε αυτή τη υπόθεση, προκρίνουμε τη συγκρότηση μιας ανοιχτής πολιτικά και κινηματικά ομάδας, η οποία θα εμπλέκεται αυτοπρόσωπα τόσο στις δομές έμπρακτης αλληλεγγύης (ενισχύοντας και εμπλουτίζοντας τες) όσο και θα παράγει αναλύσεις, πολιτικό λόγο, αιτήματα. Μιας ομάδας που θα αναζήτα στοχευμένους, μαζικούς και ριζοσπαστικούς τρόπους παρέμβασης, που θα εργάζεται για να αποδείξει πως για κάθε κράτος που δεν θέλει και δεν μπορεί να απαντήσει στο αίτημα των ανθρώπων για ζωή, υπάρχει μια κοινωνία που και θέλει και προσπαθεί να μπορέσει.

Ως συμμετέχοντες/ούσες στην Ανασύνθεση ΟΝΡΑ, δεν επιδιώκουμε μια ομάδα με αποκλειστική αναφορά σε αυτήν. Αντίθετα επιδιώκουμε η λειτουργία αυτής της ομάδας να είναι αυτόνομη και πλουραλιστική. Για αυτό αξιολογούμε ότι η συνέλευση και οι συναντήσεις της ομάδες πρέπει να αποτελούν τα όργανα στα οποία λαμβάνονται οι οργανωτικές και πολιτικές της αποφάσεις. Σε αυτήν καλούμε να συμμετέχουν σύντροφοι/ισσες, συναγωνιστές/στρίες από τις διάφορες οργανώσεις, συλλογικότητες της ριζοσπαστικής αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος.

Τέλος, στο σύντομο χρονικό διάστημα που ακολουθεί είναι κομβικό να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις στο κομμάτι της έμπρακτης αλληλεγγύης και της άμεσης στήριξης με την αυτοπρόσωπη, μαζική και διαρκή μας παρουσία σε Πειραιά και Βικτώρια και όπου αλλού υπάρχουν ανάγκες. Οφείλουμε, με λίγες λέξεις στο άμεσο μέλλον, να οξύνουμε την πολιτική μας διεκδίκηση με την μαζική στήριξη των δράσεων που καλούνται.

ΥΓ. O Lee Weiner, ένας εκ των Chicago Seven (αρχικά Chicago Eight ή Conspiracy Eight/Seven), που κατηγορήθηκαν από την αμερικανική κυβέρνηση για συνωμοσία και παρακίνηση σε εξέγερση κατά τις μαζικές διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στο Σικάγο καθώς διεξάγονταν το συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος το 1968, είχε δηλώσει:

«Είμαστε όλοι πρόσφυγες ενός μέλλοντος που δεν συνέβη ποτέ!»

Όποια ερμηνεία και αν δίνει κάποιος σε αυτή τη φράση, αξίζει να την σκεφτούμε.

Για μας, δείχνει ότι πρέπει να επιδιώξουμε ένα μέλλον από το οποίο δεν θα τρέχουμε να ξεφύγουμε. Ένα μέλλον για μας και όλους τους κατατρεγμένους του κόσμου!

In this article