Για τη νέα φάση της κρίσης, για την ενότητα, για μια νέα συλλογικότητα στο χώρο της αντικαπιταλιστικής διεθνιστικής Αριστεράς

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της απόφασης-πρότασης συζήτησης στο Πανελλαδικό Συντονιστικό της Δικτύωσης, του Δικτύου και της Ανασύνθεσης, το Σάββατο 20 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο μέρος αφορά τη διεθνή και την εγχώρια πολιτική συγκυρία. Στο δεύτερο, οι τρεις οργανώσεις καλούμε σε μια πανελλαδική συνάντηση, το Σάββατο 8 Δεκέμβρη 2018 στην Αθήνα, για την ίδρυση μιας νέας συλλογικότητας στο χώρο της αντικαπιταλιστικής διεθνιστικής Αριστεράς.

1. Από το πανηγυρικό κλίμα της ΔΕΘ μέχρι τον «συναγερμό» για την κεφαλαιακή (αν)επάρκεια των τραπεζών και τη νέα όξυνση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, έχουμε επαρκή δείγματα: η «μεταμνημονιακή» περίοδος δεν εγγυάται την πολιτική και κοινωνική ισορροπία. Η αστάθεια αυτή, ωστόσο, δεν αποτελεί ελληνική εξαίρεση: η κρίση σε Τουρκία, Αργεντινή και Ινδία, οι εξελίξεις στην Ιταλία και η νίκη του ακροδεξιού Μπολσονάρο στη Βραζιλία – με την ανοχή της Κεντροαριστεράς στην αντικοινωνική, αντιοικολογική και οικονομικά υπερφιλελεύθερη ατζέντα του – όλα αυτά, και πολλά ακόμα, σηματοδοτούν μια επικίνδυνη φάση στην παγκόσμια κρίση.

2. Έχουμε επίγνωση πως οι κρίσεις δεν αποτελούν μόνιμες καταστάσεις. Είναι διαδικασίες «σώρευσης» αντιθέσεων που ανήκουν στον γενετικό κώδικα του καπιταλισμού. Εμμένοντας στον εγγενή χαρακτήρα τους, επισημαίνοντας τη διαρκή πτώση της καπιταλιστικής κερδοφορίας ιδίως μετά τη δεκαετία του ’70, είναι πιθανό να θεωρήσουμε μόνιμη την παρούσα κρίση, παραγνωρίζοντας έτσι τα επιτεύγματα της διαχείρισής της και την άνιση εκδήλωσή της από χώρα σε χώρα. Εν γνώσει του κινδύνου, ξέροντας επιπλέον πως οι πολιτικές εξελίξεις δεν αποτελούν ευθείες αντανακλάσεις των οικονομικών κρίσεων, χρειάζεται να το επισημάνουμε: είμαστε ακόμα στο αστερισμό της κρίσης που ξεκίνησε το 2008. Είναι αυτή η τελευταία που θέτει ακόμα σε κίνηση άγριες δυναμικές για την εξισορρόπησή της. Υπό όρους, έτσι, προσφέρει πολιτικές ευκαιρίες: στο φόντο της αποτυχίας των προγραμμάτων «δίκαιης λιτότητας», κάνει επίκαιρη –αν όχι πραγματικά επείγουσα– μια αντικαπιταλιστική στρατηγική.

3. Η επιδείνωση των σχέσεων των ΗΠΑ με Ιράν και Σαουδική Αραβία (που απογείωσε την τιμή του πετρελαίου), ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας (που υποχρεώνει το ΔΝΤ σε δυσοίωνες προβλέψεις), ο εντεινόμενος ανταγωνισμός ΗΠΑ-Ρωσίας σε Μέση Ανατολή και Βαλκάνια (που αναζωπύρωσε πολεμικά σενάρια) δείχνουν, μεταξύ πολλών, ότι η κρίση δεν είναι πίσω αλλά ακριβώς μπροστά μας. Το κεφάλαιο, θυμίζει ο Μαρξ, είναι όριο για το κεφάλαιο: όλες οι παρεμβάσεις για την αποκατάσταση του «σφρίγους» του καπιταλισμού μοιάζει να εγγυώνται τη νέα φάση της κρίσης του. Όμως, παρά την οικονομική κρίση και τους κινδύνους που σωρεύουν οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, ο καπιταλισμός δεν φοβάται μια ανατρεπτική δυναμική. Ο κατακερματισμός, ο κομφορμισμός και η εσωστρέφεια της Αριστεράς, η διαρκής υποχώρηση των κινημάτων, η ραγδαία ανοδική δυναμική της Ακροδεξιάς: όλες αυτές είναι ισχυρές ενδείξεις πως η κρίση και η απόγνωση που δημιουργεί η διαχείρισή της δεν ήταν, παρά κατ’ εξαίρεση ως τώρα, πολιτική ευκαιρία και πειστικό «επιχείρημα» για την Αριστερά. Ελλείψει ενός συγκροτημένου, μαζικού και κοινωνικά γειωμένου αντικαπιταλιστικού ρεύματος –και με δεδομένη την προσχώρηση τμημάτων της άλλοτε ριζοσπαστικής Αριστεράς στον νεοφιλελευθερισμό–, φαίνεται να παγιώνεται ένας συντηρητικός ιδεολογικός και πολιτικός συσχετισμός.

4. Η περίπτωση της Ιταλίας είναι ενδεικτική. Η αφλογιστία της ιταλικής Κεντροαριστεράς, λόγω του κυβερνητισμού και του σοσιαλφιλελευθερισμού της προηγούμενης περιόδου, αφήνει την Ακροδεξιά χωρίς αντίπαλο, να υποδύεται μόνη την «προστάτιδα» του κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη. Πρόκειται για επικίνδυνη τομή. Αναπέμποντας τον ιταλικό προϋπολογισμό, το «διευθυντήριο» των Βρυξελλών ασκεί τώρα πιέσεις και στο ακροδεξιό κυβερνητικό δίδυμο της Ιταλίας: όχι για τη μισάνθρωπη αντιπροσφυγική πολιτική του, αλλά για μια ατζέντα που συνδυάζει τον αποσχιστικό εθνικισμό του πλούσιου Βορρά («Λίγκα»/Σαλβίνι) με την απαίτηση των ηττημένων της κρίσης στο Νότο για αναδιανομή με «εθνικά χρώματα» («Κίνημα 5 Αστέρων»/Ντι Μάιο).Η ακροδεξιά συγκυβέρνηση έχει κάθε λόγο να μην υποχωρήσει στις πιέσεις των Βρυξελλών. Όχι μόνο ενόψει αυτοδιοικητικών και ευρωεκλογών, όπου ο Σαλβίνι διεκδικεί την ηγεσία της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς. Αλλά και με βάση τη «μακρά διάρκεια», το γεγονός δηλαδή πως ο ιταλικός καπιταλισμός έχει κάθε λόγο να συγκρουστεί για τους κανόνες του παιχνιδιού με τη γερμανική δημοσιονομική ορθοδοξία, με βάση μια φόρμουλα εθνικού (καπιταλιστικού) «προστατευτισμού». Από το 2000 η κερδοφορία του πέφτει, ενώ ειδικά η βιομηχανική παραγωγή στην Ιταλία μεταξύ 2000-2015 υποχώρησε σχεδόν κατά το ένα τέταρτο, σε αντίθεση με την ανοδική τάση στην Ευρωζώνη. Ακόμα κι αν η ρήξη αποφευχθεί τελικά, μοιάζει να επιβεβαιώνεται το γνωστό σενάριο: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «καίει» τα κόμματα του νεοφιλελεύθερου Κέντρου, καταξιώνοντας την λαϊκιστική, ρατσιστική Ακροδεξιά ως δύναμη εθνικο-κοινωνικής «αντίστασης».

Από την «Ιθάκη» στη νέα φάση της ελληνικής κρίσης

5. Μπροστά στα διλήμματα της ιταλικής κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση μιλά για πολλοστή φορά τη γλώσσα της «υπεθυνότητας». Στην Ελλάδα, η ίδια έχει προδιαγράψει τις βασικές γραμμές της πολιτικής της επόμενης κυβέρνησης, δεσμευόμενη για πλεονάσματα που, μετά το 2020, θα ξεπεράσουν το 5% του ΑΕΠ. Η πρόσφατη ενδοκυβερνητική και εσωκομματική σύγκρουση το επιβεβαίωσε: τα διλήμματα που απασχολούν τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορούν τις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής του στο εσωτερικό και διεθνώς, αλλά τους όρους της μακροημέρευσής του στην κυβερνητική εξουσία: τον επωφελέστερο χρόνο διεξαγωγής των εκλογών, τη διάρκεια της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ και το χρόνο της σύμπλευσης με το ΠΑΣΟΚ, τις «μεταγραφές» από την καραμανλική Δεξιά και το διαρκώς ρευστοποιούμενο Κέντρο (Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ, Ένωση Κεντρώων).

6. Καθώς ζήτημα αλλαγής στρατηγικής δεν τίθεται από καμιά πλευρά της κυβέρνησης και του κόμματος, και καθώς η διαφορά με τη ΝΔ φαίνεται μη αναστρέψιμη, ο Καμμένος επιβάλλεται για πολλοστή φορά στα ζητήματα της δικής του ατζέντας. Η επιβολή του, με ελάχιστες αντιστάσεις, είναι η άλλη όψη της κρατικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ, που αποτυπώθηκε στις πρόσφατες εκλογές για την Πολιτική Γραμματεία. Το μη αναστρέψιμο αυτής της εξέλιξης δείχνει, μεταξύ άλλων, η εγκατάλειψη της «δικαιωματικής» ατζέντας, τη στιγμή που κρούσματα κοινωνικού εκφασισμού αφαιρούν ζωές, όπως στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου, ή τις απειλούν καθημερινά, όπως δείχνει το αντιπροσφυγικό έγκλημα διαρκείας της Μόριας. Ταυτόχρονα, ο κρατικός αυταρχισμός οξύνεται με την θέσπιση του ιδιωνύμου για τους πλειστηριασμούς και τις αντίστοιχες διώξεις αγωνιστών, καθώς και με το κυνήγι του «Ρουβίκωνα».

7. Εγκαινιάζοντας την προεκλογική περίοδο στη ΔΕΘ, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανανεώσει τα ακροατήριά του και να γεφυρώσει τη διαφορά με τη ΝΔ. Το «μείγμα» που προτείνει περιλαμβάνει συμβολικές ελαφρύνσεις της φορολογίας για τους μικρομεσαίους και ουσιαστικότερες για το μεγάλο κεφάλαιο, μια αμελητέα αύξηση του κατώτατου μισθού χωρίς επαναφορά συλλογικών συμβάσεων, και την κρατική ελεημοσύνη του γνωστού «μερίσματος» για τους απολύτως φτωχούς. Η κυβέρνηση επιχαίρει για τη «μείωση της ανεργίας», αποσιωπώντας ότι οι νέες θέσεις εργασίας αφορούν κυρίως μερική και επισφαλή απασχόληση. Την ίδια στιγμή, μετά τη σκανδαλώδη ανακεφαλαιοποίηση-παραχώρηση των τραπεζών του 2015 (κι ενώ, μόνο μέσα στην κρίση, οι τράπεζες έχουν λάβει κρατικές ενισχύσεις 64 δισ. ευρώ), η ίδια επιχειρεί να δημιουργήσει συναινέσεις για νέα ανακεφαλαιοποίηση.

8. Σοσιαλφιλελευθερισμός στην οικονομία, αχαλίνωτος ευρωατλαντισμός στην εξωτερική πολιτική: αυτό είναι το «μείγμα πολιτικής» του νέου ΣΥΡΙΖΑ. Και απέναντι σε αυτό, οι αντιστάσεις από τα αριστερά παραμένουν αναιμικές. Οι σποραδικές πρωτοβουλίες σε εργασιακούς χώρους (από τα λιμάνια ως την εστίαση και, δευτερευόντως, την υγεία), οι αντιστάσεις κατά των πλειστηριασμών, αλλά και οι σημαντικές αντιφασιστικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων μηνών, δεν αναιρούν τη γενική εικόνα. Ακόμα χειρότερα, για ορισμένα τμήματα της Αριστεράς, η στοίχιση στην πολιτική της «μη λύσης» στο Μακεδονικό δείχνουν πως η νηνεμία μπορεί να ενισχύει τάσεις κομφορμισμού και καθεστωτισμού, επενδυμένες με συγκρουσιακή αλλά πολιτικά άσφαιρη ρητορική.

Θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς: η κριτική στις τάσεις αυτές επ’ ουδενί «δικαιώνει»  τη δική μας κατάσταση: την αφωνία, τις αδράνειες, την οργανωτική πλαδαρότητα. Αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που μας αναλογούν, θέλουμε ωστόσο να το τονίσουμε: ο χρόνος για να αντιστραφεί η δυναμική της τελευταίας τριετίας δεν είναι απεριόριστος.

Για μια νέα συλλογικότητα στο χώρο της αντικαπιταλιστικής διεθνιστικής Αριστεράς

9. Από το 2016 που δημιουργήθηκε, η Δικτύωση για μια Ριζοσπαστική Αριστερά έθεσε δύο στόχους: Αφενός, τη διαμόρφωση μιας προγραμματικής/στρατηγικής φυσιογνωμίας, η οποία θα άνοιγε επί της ουσίας τη συζήτηση στο πλαίσιο της –μετά τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ– εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Αφετέρου, την αναζήτηση πολιτικών και οργανωτικών μορφών ενιαιομετωπικής δράσης κατά της μνημονιακής επίθεσης. Κορμός αυτής της απόπειρας, εκτός της Δικτύωσης, ευλόγως ήταν το Δίκτυο και η Ανασύνθεση-ΟΝΡΑ, καθώς τα μέλη τους διέθεταν κοινές πολιτικές εμπειρίες πολύ πριν το καλοκαίρι του 2015, που αναβαθμίστηκαν σε κοινή «αυτοσυνείδηση» λόγω του παραπλήσιου απολογισμού της διαδρομής του ΣΥΡΙΖΑ, παρεμφερών αντιλήψεων σε επίδικα της συγκυρίας, εγχώριας και διεθνούς, και βεβαίως στη σύσφιξη των συντροφικών/κινηματικών σχέσεων μέσω εγχειρημάτων όπως τα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ και το City Plaza. Ταυτόχρονα, αποδέκτες αυτής της απόπειρας ήταν αρκετές οργανώσεις και μέτωπα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, στις οποίες με συστηματικό τρόπο απευθυνθήκαμε, μέσω της πρότασής μας για τις «εναλλακτικές», που όμως έμεινε μετέωρη εξαιτίας του σεκταρισμού και ιδιοτελειών των περισσότερων.

Στις αρχές του 2017 διατυπώθηκε η πρόταση για τη δημιουργία μιας «στενής ενότητας» μεταξύ Δικτύωσης, Ανασύνθεσης και Δικτύου, που να προωθεί αφενός την προγραμματική σύγκλιση/εμβάθυνση και, αφετέρου, να ευνοεί πολιτικο-οργανωτικές μορφές κοινής δράσης του ευρύτερου χώρου. Ενώ όμως η συνεργασία αναβαθμίστηκε, δίνοντας την εικόνα ενός υπό διαμόρφωση κοινού πολιτικού χώρου, η ίδια δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει κοινό σχήμα συζήτησης και εμβάθυνσης, δεν πήρε καμία αυτοτελή πρωτοβουλία κινηματικής παρέμβασης και ουδόλως υπερέβη την πρακτική του «διαπαραταξιακού» συντονισμού.

10. Σήμερα, έχοντας, κατά το δυνατό, αφομοιώσει τις εμπειρίες τριών χρόνων και, παράλληλα, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες –και τις προκλήσεις– της τρέχουσας συγκυρίας, θεωρούμε ότι μπορούμε να συγκροτήσουμε μια συλλογικότητα, αρχικά ομοσπονδιακής μορφής, στο χώρο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και των κινημάτων, με κορμό τη Δικτύωση, την Ανασύνθεση, το Δίκτυο και την ΑΡΚ –όπως επιδιώκουμε και ελπίζουμε–, με πρώτιστο ενδιαφέρον τη συσπείρωση και τη συμμετοχή ανένταχτων αριστερών και αγωνιστών-ριών του ευρύτερου κινηματικού χώρου, καθώς και συλλογικοτήτων που έχουν παρεμφερείς προβληματισμούς. Δεν μπορούμε να καθυστερήσουμε άλλο, η διαπαραταξιακή συνεργασία έχει προ πολλού εξαντλήσει τα όριά της, επιτείνει την αποσυσπείρωση, την ανάθεση και την αφωνία. Με τις σκέψεις αυτές, η Δικτύωση, το Δίκτυο και η Ανασύνθεση παίρνουμε την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση μιας συλλογικότητας στο χώρο της αντικαπιταλιστικής διεθνιστικής Αριστεράς. Η πρωτοβουλία μας αφορά πρωτίστως την ΑΡΚ, που θεωρούμε οργάνωση με παρόμοια πολιτική κουλτούρα και παραπλήσια ερωτήματα και αναζητήσεις με εμάς. Η πανελλαδική συνάντηση για την ίδρυση της Πρωτοβουλίας θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 8 Δεκεμβρίου στην Αθήνα.

Παράλληλα, εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει και η ευρύτερη υπόθεση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, οι  διάσπαρτες πρωτοβουλίες διαλόγου, συντονισμού και κοινής δράσης με μια σειρά οργανώσεων που αναγνωρίζουν την ανάγκη για μια ευρύτερη μετωπική πολιτική, και με τις οποίες ήδη έχουμε έναν κοινό βηματισμό.

11. Επιδιώκουμε τη δημιουργία μιας συλλογικότητας που θα στηρίζεται από συλλογικότητες με κεκτημένο έναν ικανό βαθμό κοινών πολιτικών πρακτικών και φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών, όμως στην καθημερινή λειτουργία της θα απαρτίζεται από φυσικά πρόσωπα – και όχι εκπροσώπους. Η συλλογικότητα αυτή θα συγκροτείται μέσω τοπικών και θεματικών συνελεύσεων και αντίστοιχων συντονιστικών, και έχει ως στόχο την κατάκτηση μιας βαθύτερης ιδεολογικο-πολιτικής συμφωνίας στο μέλλον. Η ίδια, όμως, θα διαμορφώνει χώρους συμμετοχής και συναπόφασης, όχι μόνο των οργανωμένων σε συλλογικότητες, αλλά και ανένταχτων.

Θεωρούμε τη συγκρότηση μιας νέας συλλογικότητας αναγκαία, έχουμε, ωστόσο, ισχυρή επίγνωση των ορίων μας. Μεριμνώντας για ό,τι θεωρούμε αναγκαίο, η ματιά μας είναι ταυτόχρονα στις πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες που χρειάζεται να αναληφθούν στο αμέσως προσεχές διάστημα, από δυνάμεις πολύ ευρύτερες.

Ανασύνθεση-ΟΝΡΑ

Δικτύωση για μια Ριζοσπαστική Αριστερά

Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα

In this article