Κείμενο συμβολής

Κατά τη πορεία μας στην αριστερά και τους αγώνες, όλοι μας έχουμε ζήσει πολλών ειδών διαδικασίες. Άλλοτε τυπικές και επαναλαμβανόμενες, άλλοτε καινοτόμες και δημιουργικές. Προετοιμαζόμενοι για μία ακόμα διαδικασία, την επερχόμενη συνδιάσκεψη, βιώνουμε ένα έντονο συναίσθημα απορίας για το χαρακτήρα και το διακύβευμα της. Είναι κοινώς ο φόβος μας για μία διαδικασία που γίνεται για να γίνει αλλά και η ελπίδα για μία σπίθα, μια ιδέα, ένα ερώτημα που θα δημιουργήσει κάτι καινούριο και ζωντανό. Μία αντίληψη που ενισχύεται μάλλον παρά περιορίζεται από ένα έντονο ψυχολογικό αλλά και πολιτικό κενό που φαίνεται να βιώνουμε τόσο ατομικά όσο και συλλογικά ως πολιτική οντότητα. Τα ερωτήματα και η αβεβαιότητες είναι άπειρες πάνω στην καινούρια κατάσταση άλλα αν και η δημοκρατική κουλτούρα μας ενισχύει το διάλογο και τη συζήτηση χωρίς δογματισμούς και τετελεσμένα, αυτό το κενό σιγουριάς και αυτή η κουλτούρα δεν θα πρέπει να μας οδηγήσουν στο αντίθετο άκρο , να χαθούμε δηλαδή σε μία άβυσσο αβεβαιοτήτων. Πρέπει να διαθέσουμε όλοι μας και ο καθένας ένα πλεόνασμα υποκειμενικής δύναμης, ενέργειας και σκέψης έτσι ώστε να συζητήσουμε αποτελεσματικά, να συνθέσουμε, να συγκρουστούμε δημιουργικά και να ξυπνήσουμε τη Δευτέρα σε μία καλύτερη προοπτική απ’ ότι το Σάββατο το πρωί. Εξ άλλου δεν ξεκινάμε από το μηδέν αλλά έχουμε μία βασική σταθερά, την ίδια σταθερά που μας έκανε να συγκρουστούμε με την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Ο εναλλακτικός δρόμος υπάρχει και θα τον βαδίσουμε.

 

 

Αυτοκριτική και δικές μας παρακαταθήκες

 

Όντας κομμάτι μιας ήττας, γεγονός πανθομολογούμενο εξαρτάται πλέον από εμάς το κατά πόσο θα μετατρέψουμε αυτή την ήττα σε ευκαιρία ή σε εμπέδωση της αδυναμίας στην οποία βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή. Κοινώς αν θα σηκώσουμε κεφάλι ή όχι. Και αυτό περνάει πρώτα και κύρια από την αυτοκριτική που θα κάνουμε στις μέχρι τώρα επιλογές μας, όχι εν είδει αυτιστικού αυτομαστιγώματος αλλά ως μία συλλογική και παραγωγική διαδικασία που θα αναδείξει τους άξονες των πολιτικών μας επιλογών, θα διακρίνει και θα αξιολογήσει τα λάθη αλλά συνάμα θα επικροτήσει και τα θετικά αποφεύγοντας αφορισμούς και διαφυλάσσοντας τα στοιχεία εκείνα της ριζοσπαστικής σκέψης εντός του Σύριζα, που θα είναι χρήσιμα σε μία νέα διαδικασία επανορισμού της ριζοσπαστικής αριστεράς και της πολιτικής της . Φυσικά η αυτοκριτική είναι μία διαρκής και καθημερινή διαδικασία αλλά δεδομένης της χρονικής μας αποστασιοποίησης από κρίσιμες πολιτικές μάχες και επιλογές της προηγούμενης περιόδου, έχουμε ένα χρονικό αλλά και ψυχολογικό περιθώριο να εξετάσουμε και να επερωτήσουμε πιο ολοκληρωμένα το πολιτικό σχέδιο στο οποίο ήμασταν κομμάτι , σχέδιο που φάνηκε να ηττάται πανηγυρικά στο πεδίο της σύγκρουσης με τη νεοφιλελεύθερη κυριαρχία.

 

Σίγουρα έχουν γραφτεί αρκετά και θα γραφτούν ακόμα περισσότερα στο μέλλον για τα λάθη, τις προβληματικές, τις αγκυλώσεις, τους χειρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ όλη αυτή την περίοδο κατά την οποία πρωτοστάτησε στο πολιτικό σκηνικό. Πέρα από το να τα διαγνώσουμε και να τα εντοπίσουμε, κρίνεται αναγκαίο να γίνει και μία εμβριθείς συζήτηση πάνω στο βαθύτερο γνωσιολογικό υπόβαθρο αυτών των επιλογών. Μία συζήτηση γύρω από τα αριστερά, σοσιαλιστικά, ριζοσπαστικά, χειραφετητικά ιδεολογικά ρεύματα που επιδρούσαν πάνω στις συνειδήσεις των μελών του ΣΥΡΙΖΑ και στις επιλογές του κόμματος. Μία συζήτηση που τη θεωρούμε τόσο αναγκαία αλλά και ευρεία που δεν μπορούμε να την εξαντλήσουμε επ’ ουδενί σε ένα τέτοιο κείμενο αλλά συνάμα δεν μπορούμε να μην την αναφέρουμε και να δημιουργείται η εντύπωση ότι η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την ψήφιση του τρίτου μνημονίου είναι το καταστροφικό αποτέλεσμα απλώς του εγωισμού ή της προδοσίας πχ του Τσίπρα και της ηγετικής ομάδας.

 

Με αφετηρία την εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ το 12 είναι αναμφίβολο ότι πολλά άλλαξαν σε σχέση με την μέχρι τότε πορεία και στρατηγική του. Ο αιχμηρός και συγκρουσιακός πολιτικός του λόγος, η ενθουσιώδης και ανεπιφύλακτη συμμετοχή στις απεργιακές κινητοποιήσεις και συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων των πρώτων μνημονιακών χρόνων, η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία των κοινωνικών παρεμβάσεων και πρακτικών του αποτέλεσαν κεντρικά χαρακτηριστικά της δημοσίας πολιτικής και κοινωνικής παρουσίας του. Όλα αυτά μπήκαν σιγά σιγά στο συρτάρι και από την προεκλογική περίοδο του 12 μέχρι και την 12 Ιουλίου και την αρχή της ψήφισης του τρίτου μνημονίου (ημερομηνία νέας τομής για την πολιτική του), ο Σύριζα ακολούθησε μία σταθερή τροχιά αποριζοσπαστικοποίησης της πολιτικής του, με άξονες πλέον τον εκλογισμό και τον κυβερνητισμό.

 

Η τροχιά αυτή είχε πολύπλευρες μεταβολές σε μεγάλο εύρος πλευρών της πολιτικής καθημερινότητας του Σύριζα. Αρχής γενομένης από την ίδια τη λειτουργία του κόμματος. Η σταδιακή λήψη των αποφάσεων από ολοένα και πιο κλειστά κέντρα αποφάσεων γύρω από τον πρωθυπουργό και η απλή και τυπική επικύρωσή τους από τα εκλεγμένα όργανα, η συνεχής παραβίαση των συνεδριακών αποφάσεων, η αποδιοργάνωση της καθημερινής πολιτικής ζωής και συζήτησης των οργανώσεων βάσης μέσω της μετατροπής τους σε εκλογικούς μηχανισμούς συνέβαλαν αποφασιστικά στη μετατροπή του Σύριζα σε ένα αρχηγοκεντρικό και ιεραρχικά δομημένο κόμμα παρά τις διακηρύξεις περί του αντιθέτου( βλέπε κόμμα των μελών).

 

Βασικό πολιτικό πρόταγμα του Σύριζα αποτέλεσε η αναγκαιότητα μιας κυβέρνησης της αριστεράς, που σταδιακά αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση εθνικής και κοινωνικής σωτηρίας. Χωρίς να υποτιμούμε τη σημασία μίας κυβέρνησης που θα ερχόταν σε ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές, πρέπει εδώ να αναδείξουμε την μονοδιάστατη προσκόλληση του Σύριζα σε αυτήν. Έχοντας μετατρέψει μεγάλο κομμάτι της βάσης του κόμματος σε χειροκροτητές και εκλογικό μηχανισμό και επιδεικνύοντας αδιαφορία( με εξαίρεση κάποιες μεμονωμένες μάχες καθαρίστριες, Ερτ κλπ) για τους κοινωνικούς αγώνες και κινήματα ανέδειξε την κυβέρνηση της αριστεράς ως κύριο και μοναδικό μοχλό ανατροπής των μνημονιακών πολιτικών. Αδιαφόρησε να συμβάλει στην τροφοδότηση των κοινωνικών κινημάτων και αντιστάσεων, να διαλύσει από τα κάτω τον φόβο και την απογοήτευση και να διαμορφώσει ένα νέο status επικοινωνίας μεταξύ κινημάτων και κυβέρνησης, ιδιαίτερα τις δύσκολες και πιεστικές στιγμές της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης. Δεν δημιούργησε στο κράτος νέα πεδία δημοκρατίας και διαύλους επικοινωνίας με τα κινήματα αλλά αντιθέτου ακολούθησε την πεπατημένη οδό της γραφειοκρατικής ενσωμάτωσης σε παλιούς και νέους μηχανισμούς.

 

Κύριο και σχετικό μάλιστα με τις προηγούμενες μεταβολές( καθώς η αλλαγή σε -όπως λέμε- αστικού τύπου κόμμα αφορά τόσο ζητήματα περιεχομένου όσο και ζητήματα οργανωτικής μορφής) είναι οι πολιτικές αιχμές που κυριάρχησαν στο σχέδιο του Σύριζα αναφορικά με τη μάχη ενάντια στη λιτότητα, αιχμές και σχέδιο που γίνονταν συνεχώς πιο ήπιες, πιο συμβιβαστικές. Η σκληρή ρήξη με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε έντιμος συμβιβασμός, η κυβέρνηση της αριστεράς έγινε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, το μετρίασμα των εσωτερικών ταξικών συγκρούσεων κατά την εφαρμογή ενός προγράμματος αντιλιτότητας ήταν κάποια από τα βασικά στοιχεία αυτών των μετατοπίσεων. Η λογική της συμφωνίας και του συμβιβασμού αντικατέστησε μία πολιτική ριζοσπαστική που θα προχωρούσε με τομές και συγκρούσεις κατά την εφαρμογή του προγράμματός της.

 

Αποτέλεσμα αυτών των επιλογών ήταν και η ψήφιση του τρίτου μνημονίου. Χωρίς φυσικά να επρόκειτο για ένα μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα οι επιλογές που έγιναν και η πολιτική κατεύθυνση που ακολουθήθηκε συνέτειναν στον εγκλωβισμό στην ΤΙΝΑ και την εφαρμογή ενός νέου ίσως και σκληρότερου για τα λαϊκά στρώματα μνημονίου. Όταν επιθυμείς να μην τρομάξεις του μετόχους των τραπεζών, όταν επιθυμείς συμβιβασμούς με τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους, όταν αποφεύγεις τη σύγκρουση με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που φέρει την ίδια εξίσου ευθύνη με τη δεξιά για τη νεοφιλελεύθερη εμπέδωση στην Ευρώπη τότε η ρήξη γίνεται αδύνατη και το μνημόνιο μονόδρομος. Ιδιαίτερό γεγονός η προκήρυξη του δημοψηφίσματος και η άρνηση της πρότασης Γιούνκερ, άρνηση και αντίσταση που συνοδευόταν ταυτόχρονα και από μία διαβεβαίωση ότι ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση Σύριζα θα διαφύλασσε την παραμονή της χώρας στην ΕΕ.

 

Είναι σημαντικό μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση και την κριτική στο Σύριζα να αναστοχαστούμε κριτικά και τη δική μας δράση μέσα από τις γραμμές του, τόσο σε σχέση με το δικό μας ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα όσο και ως οργάνωση νεολαίας. Αναμφισβήτητα ήμασταν από τα κομμάτια που διατύπωνε ριζοσπαστικές θέσεις και προτάσεις μέσα και έξω από τα κομματικά όργανα. Παρ’ όλα αυτά δύσκολα μπορούμε να πούμε ότι καταφέραμε να αναστρέψουμε ή να μεταβάλλουμε τις κεντρικές κατευθύνσεις του Σύριζα. Συχνά από ατολμία άλλοτε από εμπιστοσύνη σε δυνάμεις του κόμματους που επέδειξαν τελικά χαρακτηριστική αδυναμία και απροθυμία να συγκρουστούν γύρω από τα μεγάλα διακυβεύματα. Τέλος και η αντιπαράθεση με τάσεις εντός νεολαίας μας έκανε να εθελοτυφλούμε για τις προβληματικές των δικών μας θέσεων. Με μετριασμένη εξωστρεφή σύγκρουση με κομματικές επιλογές που διαφωνούσαμε καθέτως και με διάθεση εσωτερικών συμβιβασμών, υποκείμενοι έτσι και αποδεχόμενοι την επιβολή της «ρεαλιστικής πολιτικής» που ακολουθούταν.

 

Σε ότι αφορά τη δική μας συγκρότηση οφείλουμε να κάνουμε μια εξίσου σοβαρή αυτοκριτική. Όντας ένα ιδεολογικό ρεύμα που απέκτησε την πλειοψηφία της οργάνωσης, αποτύχαμε να υλοποιήσουμε μεγάλο μέρος

 

των διακηρυκτικών αλλαγών, πάνω στις οποίες εμπνευστήκαμε. Σε επίπεδο εσωτερικής αλλά και λειτουργίας με εξαίρεση ίσως ανά καιρούς λειτουργία της αρεν, δεν αποφύγαμε γραφειοκρατικές και ιεραρχικές αγκυλώσεις, οι αποφάσεις μοιάζανε απομακρυσμένες από τη βάση και χωρίς ιδιαίτερο ρόλο αυτής στη λήψη τους. Στο δικό μας επίπεδο η έλλειψη συγκεκριμένου προτύπου λειτουργίας και συναπόφασης δημιουργούσε την εντύπωση ότι οι συζητήσεις και οι διαδικασίες δεν είχαν κάποιο πραγματικό διακύβευμα αλλά κατά βάση είχαν διεκπαιρεωτικό χαρακτήρα. Συγκεντρωτικά μπορούμε να πούμε ότι βασικά προβλήματα της λειτουργίας μας ήταν η έλλειψη πραγματικού και παραγωγικού διαλόγου, η μη αλληλοτροφοδότηση βάσης και ηγεσίας, η ύπαρξη πολλών ταχυτήτων στην εσωτερική λειτουργία.

 

Για το δικό μας ρεύμα σκέψης εντός του ΣΥΡΙΖΑ, το κέντρο βάρους της παρέμβασής μας πάντα αφορούσε την εμπλοκή στην ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων των μνημονιακών χρόνων. Η στήριξη της απεργίας πείνας των 300 μεταναστών, η εμπλοκή μας στο κίνημα των πλατειών με πολύ αναβαθμισμένους όρους σε σχέση με τον υπόλοιπο ΣΥΡΙΖΑ φανερώνουν πως ακόμη και στο πλαίσιο του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ, είχαμε τα αντανακλαστικά να θέσουμε πιο βαθιά ερωτήματα και να επιλέξουμε διαφορετικού τύπου εμπλοκή μέσα στο φάσμα της κοινωνικής κίνησης. Ιδιαίτερα η συζήτηση στο εσωτερικό μας που προέκυψε και ως παρακαταθήκη του κινήματος των πλατειών, η συζήτηση για την οργανική εμπλοκή εντός των κοινωνικών κινημάτων απέναντι σε λογικές θέασης της αριστεράς ως de facto πρωτοπορίας, η επερώτηση από τη σκοπιά της δημοκρατίας των οργανωμένων δομών του κινήματος όπως οι φοιτητικοί σύλλογοι και τα σωματεία, η αναζήτηση νέων τρόπων παρέμβαση ειδικά στα πλαίσια των φοιτητικών συλλόγων, η υπεράσπιση της λογικής της αυτονομίας των κοινωνικών χώρων φανερώνουν στα πλαίσια της δικής μας συλλογιστικής πορείας μια διαφορετική οπτική.

 

Προφανώς η παραπάνω εξιστόρηση της δικής μας εσωτερικής συζήτησης, αποκτά μικρή έως μηδαμινή σημασία στο βαθμό που το μόνο που έχει να προσφέρει είναι να τονώσει την αυτοπεποίθησή μας και να προσπαθήσει να μας διαχωρίσει με έναν τρόπο από τη συλλογική χρεοκοπία του σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, έχει σημασία στο βαθμό που μπορεί να επαναφέρει τη πίστη μας στην προάσπιση ενός πολιτικού σχεδίου το οποίο θα παλεύει στη νέα κατάσταση για την πολιτική ανατροπή.

 

Στο βαθμό που με πολλά ανοιχτά ερωτηματικά θέλουμε να ανοίξει η συζήτηση για το νέο αριστερό πολιτικό υποκείμενο, προσεγγίζοντας και το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας έχει σημασία να πιάσουμε το νήμα από αυτές τις παρακαταθήκες. Έχει σημασία να μπορούμε φανταστούμε, όπως μπορεί να φανταζόμαστε από τις απαρχές της εμπλοκής μας στην αριστερά, το ρόλο ενός πολιτικού υποκειμένου και μιας οργάνωσης νεολαίας ως καταλύτη της κοινωνικής αυτοοργάνωσης και συμμέτοχο στον παραγωγικό και κοινωνικό μετασχηματισμό. Έχει σημασία να μπορούμε να φανταστούμε, όπως μπορεί να φανταζόμασταν μετά τις εκλογές του 12′ το εγχείρημα μιας Κυβέρνησης της Αριστεράς, ως μια τελείως διαφορετική θέαση της κυβερνητικής εξουσίας, ως μια διαρκή τάση κοινωνικοποίησης των κέντρων εξουσίας και ως μια διαρκή σύγκρουση με το κράτος όχι με όρους ατόμων και μηχανισμών, αλλά ως κεκτημένος “φυσιολογικός” τρόπος άσκησης πολιτικής. Έχει σημασία να μπορούμε να φανταστούμε ένα αριστερό πρόγραμμα ξεκινώντας από το ερώτημα της ταξικής μονομέρειας, περιλαμβάνοντας ως βασικό στοιχείο την κοινωνική αυτοοργάνωση, τόσο στα πλαίσια της παραγωγικής διαδικασίας όσο και στα πλαίσια δομών ελέγχου και άσκησης πολιτικής. Έχει σημασία να μπορούμε να φανταστούμε τη διαδικασία εκπόνησης ενός προγράμματος ή μιας πολιτικής γραμμής του πέρα από τα όρια της κομματικής κεκτημένης αντίληψης και του τεχνοκρατισμού στα πλαίσια της γνώσης και της συλλογικής εμπειρίας που η ίδια η κοινωνική κίνηση μπορεί να παράγει.

 

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι παραπάνω συμβολές του δικού μας ιδεολογικοπολιτικού ρεύματος δεν περιέχουν οι ίδιες πληθώρα ανοιχτών ερωτημάτων. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ακόμη και στο βαθμό που αυτές οι οπτικές δεν δοκιμάστηκαν πρέπει να αποτελέσουν για εμάς έναν ασφαλή χώρο προκειμένου να μην αναγκαστούμε να επερωτήσουμε και στοιχεία της δικής μας συγκρότησης. Ωστόσο, μέσα στα πέντε πρώτα μνημονιακά χρόνια, η πολύπλευρη κριτική στην πορεία του ΣΡΥΙΖΑ και οι πιο ριζοσπαστικές πτυχές της πολιτικής του δράσης είναι αυτές που μας δίνουν την αυτοπεποίθηση να ισχυριζόμαστε ότι η αριστερά συνεχίζει να έχει λόγο ύπαρξης, έχοντας ένα συλλογικό φορτίο το οποίο αποτελεί βάση για την πορεία της από δω και πέρα.

 

Ανιχνεύοντας το βηματισμό και τη προοπτική της αριστεράς στη νέα κατάσταση

 

Μία επίπονη παραδοχή που οφείλει να κάνει η αριστερά, αφορά τη συνολικότερη αυτοκριτική σε διαφορετικές πολιτικές εκτιμήσεις, παραδοχές, μεθοδολογίες οι οποίες ακόμη και καταλογίζοντας στον

 

ΣΥΡΙΖΑ ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη μνημονιακή του μετάλλαξη, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι απέτυχαν μέσα στη λαίλαπα της μνημοναικής επίθεσης να αναδείξουν έναν διαφορετικό δρόμο για την υπεράσπιση των από τα κάτω και τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ειδικά αν θεωρήσουμε ότι το φετινό καλοκαίρι εγκαινιάζει μια πολύ πιο δύσκολη περίοδο για την ανάπτυξη ενός ριζοσπαστικού πολιτικού σχεδίου η αριστερά έχει μεγάλα βήματα να κάνει συγκρουόμενη με τον κακό της εαυτό προκειμένου να αποκτήσει ρόλο στην νέα κατάσταση.

 

Η μνημονιακή περίοδος ήδη αποτέλεσε ένα δύσκολο ερώτημα για την αριστερά. Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ, η εμβάθυνση ενός καθεστώτος σκληρής επιτήρησης και η θωράκιση της κρατικής πολιτικής στο όνομα της μνημονιακής έκτακτης ανάγκης, θέτει στο περιθώριο μια παραδοσιακή μεθοδολογία οικοδόμηση αντιστάσεων και διεκδικήσεων από την πλευρά της αριστεράς. Η μεταπολιτευτική αριστερά για την οποία η κοινωνική χρησιμότητα αλλά και οι όροι αναπαραγωγής της χωρούσαν στη συνδιαμόρφωση ενός κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο από την πλευρά των κυρίαρχων είχε το περιθώριο να εξασφαλίζει τη συναίνεση μέσω της ενσωμάτωσης κοινωνικών διεκδικήσεων, στη νέα κατάσταση φαίνεται να μην έχει ρόλο.

 

Μια απλοϊκή υπέρβαση του παραπάνω αδιεξόδου, συχνά τοποθετείται στο πλαίσιο της συζήτησης για την ρήξη. Μετά την πορεία της διαπραγμάτευσης μέσα στο καλοκαίρι, τους πολλαπλούς εκβιασμούς και την τιμωριτική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος γίνεται σαφές ότι προκειμένου να φανταστούμε έναν διαφορετικό δρόμο πέρα από τα νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και τα μνημόνια, πρέπει να φανταστούμε ως δική μας επιλογή την επιλογή της ρήξης με την ευρωζώνη και ευρωπαϊκή ένωση. Δυστυχώς η προσέγγιση αυτής της συζήτησης από την υπάρχουσα αριστερά συνηθίζει να προσεγγίζει την “ρήξη” ως στρατηγική απάντηση και όχι ως στρατηγικό ερώτημα. Ιδιαίτερα στο φαντασιακό της “αντικαπιταλιστικής αριστεράς” των πρώτων μνημονιακών χρόνων, η απεμπλοκή από το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, συχνά συνοδευόμενη από μια οικονμίστικη σκιαγράφηση ενός μεταβατικού προγράμματος φαίνεται να μην προσεγγίζει ούτε κατά διάνοια τη συνθετότητα αυτού του ερωτήματος.

 

Στην πραγματικότητα οι παραπάνω δυσκολίες της υπάρχουσας αριστεράς να συγκρουστεί με τα σύνθετα ερωτήματα της νέας κατάστασης, δεν είναι παρά δυσκολίες μιας αριστεράς που κυρίαρχα δεν μπορεί να συγκρουστεί με τον εαυτό της. Μια αριστερά που για χρόνια θωρακίζεται στην ασφάλεια μιας δοκιμασμένης πολιτικής γραμμής, η ενός πολυχρησιμοποιημένου τριπτύχου είναι καταδικασμένη να γίνει κομμάτι της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς γιατί αποτελεί με διαφορετικούς τρόπους κομμάτι μιας αριστεράς μακρυά από τη σύγχρονη κοινωνική κίνηση που δυσκολεύεται να απαντήσει στα ερωτήματα της νέας κατάστασης.

 

  • ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τη χρεοκοπία ενός υποδείγματος που ξεπερνάει τον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό μόρφωμα.

 

  • δυσκολία της μεταπολιτευτικής αριστεράς να συγκροτήσει πέρα από αντιπαραθετικές αφηγήσεις, ένα διαφορετικό υπόδειγμα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και ένα πλέγμα πρακτικών που να σκιαγραφεί έναν διαφορετικό δρόμο, είναι αυτό που σε τελική ανάλυση υπέταξε την στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ σε μια συνεχή ανάγκη συμβιβασμών με βάση τους όρους του αντιπάλου, τόσο σε ότι αφορά την άσκηση πολιτικής όσο και στη προσέγγιση του για την οικονομία και την παραγωγή. Η παραδοσιακή αριστερά δεν κατάφερε να γίνει κομμάτι της προοδευτικής ριζοσπαστικής κίνησης, της κοινωνικής αυτοοργάνωσης, της συνεταιριστικής παραγωγής και της αλληλέγγυας οικονομίας σε μια περίοδο όπου τέτοιες τάσεις σκιαγραφήθηκαν στην ελληνική κοινωνία. Η “αποτυχία” αυτή εδράζεται στην ανάγκη της αριστεράς να δικαιολογεί τον ρόλο της ως πρωτοπορία των κοινωνικών συγκρούσεων. Σε αυτή τη βάση η αμεσοδημοκρατία ως συγκρωτητικό συστατικό του κινήματος των πλατειών ή η ανάπτυξη συνεταιριστικών εγχειρημάτων ανά γειτονιά, ακόμη και στο βαθμό που κυοφορούν στοιχεία ενός εναλλακτικού υποδείγματος, δεν μπορούν να είναι χρήσιμα στο βαθμό που δεν υπηρετούν μια “σωστή” πολιτική γραμμή.

 

Τελικά η αριστερά ποτέ δεν κατάφερε να περάσει από την εκπροσώπηση των από τα κάτω, στην υλοποίηση ενός σχεδίου που να θέτει τα ίδια τα υποκείμενα στον πυρήνα των συγκρούσεων και του κοινωνικού μετασχηματισμού. Η αριστερά σε πολύ μικρό βαθμό κατάφερε να δει τα κοινωνικά κινήματα πέρα από το κομμάτι της διεκδίκησης και της σύγκρουσης, ως τμήμα της δημιουργίας του νέου απέναντι στο παλιό.

 

Υπάρχουν δύο προβληματικές τάσεις στη βάση του πως διαφορετικές τάσεις της υπάρχουσας αριστεράς φαίνεται να ενσωματώνουν την ήττα. Και οι δύο τάσεις μπορούν να ειδωθούν ως εταιροκαθορισμός από το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Η πρώτη αφορά την ανάγκη να καλυφθεί το κενό του ΣΥΡΙΖΑ στη βάση μιας γενικόλογης πλατιάς αντιμνημονιακής ρητορείας προσβλέποντας στον “εύκολη” κεφαλαιοποίηση του ΟΧΙ του

 

δημοψηφίσματος και αποφεύγοντας τη συνολικότερη στρατηγική συζήτηση. Σε αυτή την κατεύθυνση ήταν και η συγκροτητική σύλληψη της προεκλογικής καμπάνια της Λαϊκής Ενότητας, χωρίς να θεωρούμε ότι αποτελεί και κεκτημένη αντίληψη της βάσης του μορφώματος. Η δεύτερη τάση εκπροσωπεί την ανάγκη ενός όσο το δυνατόν πιο σκληρού διαχωρισμού από τη χρεοκοπία του ΣΥΡΙΖΑ καταλήγοντας να βλέπει σε αυτήν την χρεοκοπία της πολιτικής αριστεράς και του κοινοβουλευτικού δρόμου εν γένει. Είτε αυτή η σύλληψη έρχεται ως δικαίωση για κάποια κομμάτια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, είτε ως μετατόπιση δυνάμεων που απεμπλέκονται από τον ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύεται να σκιαγραφήσει τον ρόλο για την αριστερά της επόμενης μέρας.

 

 

Επανοικοδομώντας την αριστερά

 

Σε αυτή τη συνδιάσκεψη βασικό επίδικο αποτελεί η διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Προερχόμενοι από ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα που άσκησαν δριμύ κριτική στο σταλινισμό, στις συγκεντρωτικές και ιεραρχικές μορφές κομματικής οργάνωσης, στην καθοδηγητική αυθεντία και τον προσωποκεντρσμό κρατάμε και βασιζόμαστε σε δημοκρατικές παρακαταθήκες αλλά επιδιώκουμε ταυτόχρονα να τις προχωρήσουμε και ένα βήμα παραπέρα. Η συζήτηση για το κόμμα , την οργάνωση, το οργανωμένο υποκείμενο τέλος πάντως του 21ου αιώνα δεν έχει λήξει αλλά αποτελεί προϊόν καθημερινής συζήτησης, πρακτικής και επερώτησης.

 

Για μία νέα αριστερά η σκιαγράφηση ενός εναλλακτικού δρόμου γίνεται ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα. Πλέον ένας διαφορετικός δρόμος δεν μπορεί να περιγράφεται ως το σκίσιμο των μνημονίων ή η αλλαγή νομίσματος. Το μεγάλο στοίχημα και η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ αφορά το πως από τη συγκρότηση μιας κοινωνικής δυναμικής στη βάση της αντίθεσης προς τα μνημονιακά μέτρα, η οποία ωστόσο πλέον δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, δεν κατάφερε να περάσει στην δημιουργία ενός κοινωνικού μπλοκ που να μπορεί να γίνει κομμάτι και να επωμιστεί ποιο βαθιές κοινωνικές τομές και πολιτικές συγκρούσεις. Πρέπει να συζητήσουμε για την αριστερά που την ίδια στιγμή που θα πιάνει από την αρχή το ερώτημα της αντίστασης και της απονομιμοποίησης του μνημονιακού καθεστώτος, θα ξεφύγει από το “ΟΧΙ μέχρι τέλους” και θα περνάει στην θετική νοηματοδότηση του “KILL TINA” ως τη μεγάλη αφήγηση που ισχυρίζεται μια τελείως διαφορετική λογική στην οικοδόμηση των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι επιζητούμε την επανασυγκρότηση μιας αριστεράς που επιζητά ασφάλεια πίσω από την “αντικαπιταλιστική” ή την “κομμουνιστική” ταμπέλα. Σε ένα προηγούμενο διάστημα θεωρούσαμε τον κοινωνικό μετασχηματισμό μία παράλληλη διαδικασία η οποία μπορεί να απελευθερώνεται σε ένα επόμενο διάστημα της ταξικής πάλης, ακόμη και όντας κυβέρνηση. Καταρχήν πρέπει να ξεφύγουμε από την αυταπάτη μιας κακώς ιδωμένης θεωρίας σταδίων. Σήμερα πρέπει να θεωρούμε την αντικαπιταλιστική στρατηγική συγκρωτητικό στοιχεία για την αριστερά που τολμάει να ισχυριστεί ότι υπάρχει διαφορετικός δρόμος. Εξάλλου στα πλαίσια των δικών μας καταβολών πάντα η αντικαπιταλιστική υπόθεση δεν εγκλωβιζόταν στη βούληση να πάρουμε τα όπλα και να πολεμήσουμε τους αστούς μια μεγάλη κόκκινη νύχτα, αλλά πολύ περισσότερο πως μέσα στην καθημερινότητα μας μπορούμε να οικοδομήσουμε υποδείγματα μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης, με αυτό ακριβώς να ορίζει και την ετοιμότητά μας να επωμιστούμε και της αντίστοιχες πολιτικές συγκρούσεις, στο δρόμο της υπεράσπισης ενός διαφορετικού υποδείγματος.

 

Φυσικά ένα κείμενο που θέτει ερωτήματα και ανιχνεύει διαθέσεις γύρω από το πολιτικό σχέδιο της νέας αριστεράς, είναι εύκολο να παρεξηγηθεί -από την εικόνα που κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό για την πολιτική-ως ένα κείμενο που επικεντρώνεται στη πολιτική με Π κεφαλαίο. Μάλλον πρέπει να εστιάσουμε ακριβώς στο αντίθετο. Ένα κείμενο που διερευνά προτάσεις, λύσεις και ερωτήματα γύρω από τα άμεσα πολιτικά επίδικα της συγκυρίας είναι ταυτόχρονα ένα κείμενο που διαλέγεται και αναμετράται με τα καθημερινά προσωπικά ερωτήματα και ανησυχίες του καθενός και καθεμίας από εμάς.

 

Βασικό μέλημα μας είναι να μην επιδιώκουμε την επιστροφή στις αξίες ενός χαμένου παρελθόντος. Μία διαδικασία ρήξης με το νεοφιλελευθερισμό είναι για εμάς όπως περιγράψαμε παραπάνω και η είσοδος σε μία νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορεί να βασίζεται στην αναπόληση και το κυνήγι χαμένων μορφών ευμάρειας που επικρατούσαν πριν την εφαρμογή των μνημονίων. Αν σχέδιο και επιθυμία δεν συμβαδίζουν η ήττα και η αποτυχία είναι δεδομένη. Ένα εναλλακτικό μεταβατικό σχέδιο παραγωγικού και κοινωνικού μετασχηματισμού σε μία περίοδο σύγκρουσης με το διεθνές και εγχώριο

 

εκμεταλλευτικό σύστημα απαιτεί και μια παράλληλη επιθυμία των ατόμων για την υλοποίηση του. Για να τα πούμε απλά, αν θέλουμε να βγούμε από τα μνημόνια για να πετάμε περισσότερα γαρύφαλλα στα μπουζούκια μάλλον δεν θα καταφέρουμε να βγούμε από τα μνημόνια. Αυτό σημαίνει και σε προσωπικό επίπεδο μέσα την καθημερινότητά μας, το να δούμε τη ζωή μας να οργανώνεται αλλιώς μέσα από τη την αμεσοδημοκρατική μας δράση, την υιοθέτηση συναιτεριστικών πρακτικών ανάλογα με τις προσωπικές με διαδρομές, το σπάσιμο της αντίληψης της ιεραρχίας ως κανονικότητας και φυσικής αναγκαιότητας, τον αντιρατσισμό, τον αντισεξισμό και την αλληλεγγύη ως καθημερινή πρακτική και βίωμα.

 

Τελικά η αντίληψη για την παρέμβαση το κοινωνικό και ο ρόλος μας στα πλαίσια των κοινωνικών συγκρούσεων επιτάσσει και μια διαφορετικού τύπου συζήτηση για τη λειτουργία και τον χαρακτήρα του πολιτικού υποκειμένου. Ενώ μια παραδοσιακή καθετοποιημένη δομή και κεντρικοποιημένη πολιτική συζήτηση μπορεί να ανταποκρίνεται στο ερώτημα του κόμματος πρωτοπορίας, το πολιτικό ερώτημα της οργανικής εμπλοκής ανά κοινωνικό χώρο σημαίνει την αποκέντρωση της πολιτικής κουβέντας. Η νέα αριστερά πρέπει να προσεγγίσει το ερώτημα του κόμματος υπό μια διττή βάση. Αφενός, την αυτόνομη επεξεργασία με βάση την εμπλοκή ανά κοινωνικό χώρο και τις επιμέρους παραστάσεις, αφετέρου τη διάχυση της συζήτησης για τα κεντρικά ερωτήματα, τη συνεχή επιστροφή της συζήτησης στη βάση, τη διαφάνεια και τον συνεχή έλεγχο. Σε αυτό το υπόδειγμα προκειμένου να αίρετε στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό μια διάκριση βάσης – ηγεσίας, στη βάση του διανοητικού – χειρωνακτικού ρόλου, η απάντηση προσεγγίζεται στο βαθμό που το ίδιο το πολιτικό υποκείμενο δεν συγκροτεί ένα εσωτερικό πρότυπο πολιτικού στελέχους ξεκομμένου από την κοινωνικής κίνηση, αλλά όταν ο όρος του πολιτικού στελέχους, υποτάσσεται στον έμφυτο ρόλο μιας ταυτότητας οργανωμένου μέλους που σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του προσπαθεί να μετασχηματίζει και να μετασχηματίζεται.

 

 

Ανασυνθεση: Φυγή προς τα μπρος ή μία από τα ίδια

 

Για την μεταβατική οργάνωση που ιδρύουμε, σε ένα βαθμό ως συνέχεια της τάσης της “Ανασύνθεσης” θεωρούμε ότι πρέπει να είναι συγκροτητικό στοιχείο η πολιτική βούληση και η αναζήτηση μεθοδολογίας για ευρύτερες ανασυνθέσεις στα πλαίσια της ελληνικής αριστεράς. Η λογική αυτή καταρχήν αφορά τις δικές μας καταβολές και την επιλογή μας και εντός του ΣΥΡΙΖΑ να ιεραρχούμε πιο ψηλά την αναγκαιότητα κοινής πολιτικής δράσης στη βάση της εσωτερικής δημοκρατικής συγκρότησης, σε σχέση με την εμμονή στην ιδεολογική καθαρότητα ή την διαφύλαξη του δικού μας πολιτικού ρεύματος ή της δικής μας γραμμής. Εκκινώντας τη συζήτηση για την ανασύνθεση της αριστεράς στο σήμερα μπορούμε να εντοπίσουμε διαφορετικές αλλά σε πολλά σημεία συγκλίνουσες οπτικές σε ότι αφορά την ανάλυση της συγκυρίας και το χρονικό της χρεοκοπίας του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρούμε ότι σκιαγραφείται μια νέα κοινή βάση διαλόγου της αριστεράς, μιας αριστεράς που έχει αποφασίσει να επωμιστεί τον ισχυρισμό ότι υπάρχει εναλλακτικός δρόμος και που παράλληλα μπαίνει σε μια διαδικασία επερώτησης των μέχρι τώρα εκφάνσεων της στρατηγικής της.

 

Προτού υπεισέλθουμε στο περιεχόμενο αυτής της ανασυνθετικής διαδικασία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε να αφουγκραστούμε τη μεθοδολογία, κοινώς τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούμε να πορευτούμε σε αυτή τη διαδικασία. Πολλές φορές έχουμε απογοητευτεί από διαδικασίες τις αριστεράς που αναπαράγουν επαναλαμβανόμενα παθογένειες, δογματισμούς και εμμονές. Άλλοτε έχουμε συμμετάσχει σε διαδικασίες πιο κλειστές και έχουμε δει θεαματικά αποτελέσματα. Μία κατάσταση με συναντήσεις ατόμων που πρώτη φορά μιλάνε άμεσα και αδιαμεσολάβητα είναι πρωτόγνωρη. Η προσέγγιση αυτής της κατάστασης απαιτεί ειλικρίνεια, ρεαλιστικότητα όχι όμως κυνισμό και αλαζονεία. Η ανασύνθεση δεν θα είναι από τη πρώτη στιγμή μία υπερβατική διαδικασία αλλά ούτε και πρέπει να καταλήξει να είναι μια συμφωνία παραγόντων. Απαιτεί βαθιά συζήτηση , ξεδίπλωση των διαφωνιών, σύγκρουση και σύνθεση. Είναι εκείνο το πλαίσιο που η δημοκρατία λαμβάνει την πιο παραγωγική της μορφή, καθώς δημιουργεί κάτι καινούριο και δεν αθροίζει απλώς τις διάφορες απόψεις, μετασχηματίζοντας την ίδια στιγμή το άτομο που λαμβάνει μέρος.

 

Σε αυτή τη φάση κανένα από τα υπάρχοντα και υπό διαμόρφωση πολιτικά μορφώματα της αριστεράς δεν έχει καταφέρει να συγκροτήσει μια συνεκτική ηγεμονική αφήγηση απέναντι στο κυρίαρχο. Το σύνολο της αριστεράς, ακόμη και των πλέων σεχταριστικών μερίδων της, αυτή τη στιγμή βιώνει με αρκετά εκκωφαντικό τρόπο ένα αδιέξοδο που την καλεί να επερωτήσει βαθιά ριζωμένες αλήθειες για το εκάστοτε πολιτικό μόρφωμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών έχουμε δει μία σειρά πολιτικών

 

διασπάσεων παγιωμένων μέχρι πρότινος πολιτικών χώρων και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και μια σειρά νέων μορφωμάτων που συγκροτούνται στη βάση των νέων ερωτημάτων (Λαϊκή Ενότητα, Δίκτυο για τη Ριζοσπαστική Αριστερά, διεύρυνση Ανταρσία κλπ). Είναι ανοικτό διακύβευμα το κατά πόσο αυτές οι διαδικασίες δεν καλούνται να παγιώσουν νέες βεβαιότητες ή να αποτελέσουν νέοι χώροι για την αναπαραγωγή μηχανισμών, αλλά κατά πόσο θα συνεχίσουν να εμπλέκονται ενεργά στην ακόμα ζωντανή ανασυνθετική διαδικασία.

 

Σε αυτό το πλαίσιο η δική μας υπό συγκρότηση οργάνωση κατά βάση δεν μπορεί παρά να ενθαρρύνει την ανασύνθεση ως μια διαδικασία η οποία ακόμη δεν έχει κλείσει τον κύκλο της. Σε αυτό τη πλαίσιο παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις διαδικασίες των ήδη υπαρχουσών συλλογικοτήτων οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ειδωθούν ως παγιωμένα μπλοκ ή ως πολιτικοί ανταγωνιστές. Η μνημονιακή επίθεση σε αυτή της τη φάση συγκροτεί μια πολύ πραγματική βάση για την συμπόρευση των δυνάμεων της αριστεράς στα επιμέρους πολιτικά μέτωπα (φοιτητικό – εργασιακό – ανεργία – πλειστηριασμοί – ασφαλιστικό). Η δική μας εμπλοκή σε μετωπικά εγχειρήματα πρέπει να κοιτάει προς την εμπλοκή της πληττόμενης κοινωνικής βάσης με όρους ισοτιμίας, με κριτήρια την δημοκρατική συγκρότηση απέναντι σε λογικές από τα πάνω συνεννοήσεων. Την ίδια στιγμή ξεκινώντας από αυτές τις διεργασίες θέλουμε να αναζητήσουμε βαθύτερες πολιτικές συγκλίσεις με κομμάτια της αριστεράς που, ανεξάρτητα από την εμπλοκή του στο εκάστοτε μόρφωμα, είναι διατεθειμένα να δοκιμάσουν τον εαυτό τους με ειλικρινή διάθεση στο έδαφος της ανασυνθετικής διαδικασίας. Αντιλαμβανόμαστε ότι το φαντασιακό μιας ενωμένης αριστεράς που θα υπερβεί τον κατακερματισμό και τις ασφάλειες του παρελθόντος, θα επερωτήσει τον εαυτό της και θα συγκροτήσει ένα νέο αριστερό υπόδειγμα, πόσο μάλλον με όρους ενιαίου πολιτικού υποκειμένου, απέχει αρκετά από τη σημερινή εικόνα, ωστόσο θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί ένα ακόμη ανοιχτό ερώτημα με βάση το οποίο όλοι και όλες μας θα κριθούμε.

 

 

Το ερώτημα της στρατηγικής για τη νεολαία

 

Στη βάση της συγκρότησής μας ως ένα νέο νεολαιίστικο υποκείμενο, ξεκινώντας θα έπρεπε να εστιάσουμε, πολύ περισσότερο απ’ ότι κάνει το συγκεκριμένο κείμενο στα προβλήματα, τις ανησυχίες, τις επιθυμίες, τα χαρακτηριστικά της νεολαίας ως κοινωνική κατηγορία. Η διάλυση της εργασιακής προοπτικής, η μετανάστευση , το άγχος και η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, η έλλειψη κοινωνικών παροχών, ελεύθερου χρόνου , ποιοτικής διασκέδασης και συνεύρεσης με τους φίλους, ο εγκλωβισμός στο στενό οικογενειακό περιβάλλον για λόγους επιβίωσης εξακολουθούν να υφίστανται αλλά και επιτείνονται συνεχώς μετά και την ψήφιση των τρίτων μνημονίων. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με την προηγούμενη εναπόθεση των όποιων ελπίδων των νέων για μία αλλαγή των ζωών τους στο Σύριζα και η επακόλουθη διάψευσή τους δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα που έχει οδηγήσει σε βαθύ ψυχολογικό κενό και απογοήτευση . Ειδικά μετά την ελπίδα της νεολαίας, τη μνημειώδη μάχη κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος και την υπέρβαση του φόβου και της αμφιβολίας, η εξακολούθηση των πολιτικών λιτότητας δημιούργησε μία κοινωνική και ψυχολογική έρημο από την οποία η φυγή μπροστά και εκτός είναι δύσκολη. Για αυτό η αποχώρηση στο εξωτερικό, ο συμβιβασμός και η ηττοπάθεια αναδεικνύονται σε βασικά χαρακτηριστικά των νέων σήμερα.

 

  • συζήτηση για την ταυτότητα του νεολαίου σήμερα είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες αλλά και πιο δύσκολες.

 

  • καθημερινότητα του , η απόλαυση του έρωτα , η διάθεση του ελεύθερου χρόνου , η συμμετοχή στην πολιτική ως φοιτητής, ως εργαζόμενος ή ως πολίτης, ο τρόπος συμμετοχής του στα διάφορα παραγωγικά εγχειρήματα, η αισθητική απόλαυση αποτελούν λίγες μόνο από τις πτυχές της ζωής μας. Αποφεύγοντας να αναλύσουμε διεξοδικά αυτές τις πτυχές, όχι μόνο για λόγους αναγκαστικής συντομίας αλλά και για λόγους αρχής καθώς αντιλαμβανόμαστε την απόλαυση και την επιθυμία ως κάτι προσωπικό και ιδιαίτερο μέσα στην αλληλεπίδρασή της με τις κοινωνικές διευθετήσεις, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε κάποιους βασικούς άξονες της.

 

Πολύ περισσότερο από μια διακήρυξη για τα προβλήματα της νεολαίας, ίσως έχει σημασία να φανταστούμε σε όλα τα επίπεδα πως η νεολαία μπορεί από τα κάτω να συγκροτήσει τις δικές της απαντήσεις απέναντι στα σύγχρονα αδιέξοδα. Με αυτό στο μυαλό μας μπορούμε να θέσουμε τους εξίς στόχους για τη συγκροτητική μας διαδικασία. Να παλέψουμε στο σχολείο και το Πανεπιστήμιο για τη συγκρότηση τους σε δημοκρατική βάση ως μια κοινότητα μέσα στην οποία οι νέοι άνθρωποι αποκτούν ενεργό ρόλο στην εκπαιδευτική

 

διαδικασία. Να διευρύνουμε ένα εναλλακτικό υπόδειγμα αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, στη βάση της εμπλοκής με τον πολιτισμό, τον αθλητισμό και υπερασπιζόμενοι ένα διαφορετικό υπόδειγμα διασκέδασης. Να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα της ανεργίας και της εργασιακής επισφάλειας, αξιοποιώντας το γνωσιακό κεφάλαιο της γενιάς μας και παλεύοντας να το διευρύνουμε τη συνεταιριστική λογική, την αλληλέγγυα οικονομία, την συζήτηση για τα κοινά.

 

Οι παραπάνω πτυχές της οργάνωσης της καθημερινότητας των νέων ανθρώπων, είναι και αυτές που θα κρίνουν σε τελική ανάλυση το πως η δική μας γενιά θα απαντήσει στο ερώτημα “θέλουμε να ζήσουμε αλλιώς;”. Μια απάντηση που ειδικά στη παρούσα συγκυρία είναι και η μόνη που μπορεί να συγκροτήσει ένα κοινωνικό μπλοκ με πίστη στον εναλλακτικό δρόμο και πολιτική βούληση να συγκρουστεί με το υπάρχων καθεστώς.

 

Η πορεία των αριστερών νεολαιίστικων οργανώσεων της εποχής μας, μας επιβάλει να συζητήσουμε για τον στόχο μιας μαζικής ριζοσπαστικής οργάνωσης νεολαίας επερωτώντας σημαντικά στοιχεία της παραδοσιακής δομής και λειτουργίας τέτοιων οργανώσεων. Να πειραματιστούμε με την εσωτερική μας το διττό κριτήριο της συνεχούς επιστροφή της συζήτησης στη βάση και της διαφάνειας και ελέγχου οργάνων που θα περιορίζονται σε έναν εκτελεστικό και συντονιστικό ρόλο με βάσεις τις συλλογικές μας αποφάσεις. Να πειραματιστούμε με ένα πρότυπο οργάνωσης που καταρχήν θα επιτρέπει στο κάθε μέλος να εξερευνήσει και να εμβαθύνει τις πολιτικές και προσωπικές του αναζητήσεις με βάση τον κοινωνικό του χώρου, τις ανησυχίες και τις προσωπικές του δημιουργικές τάσεις. Μία τέτοια κατεύθυνση αποκτά νόημα στο βαθμό που δεν παράγει ένα κατακερματισμένο υποκείμενο ειδικών ανά θεματική και μια αποστασιοποιημένη ηγεσία, αλλά μέσα από τις επιμέρους επεξεργασίες μπορεί με συλλογικό τρόπο να παράγει πολιτική ως συμπύκνωση της οργανικής του εμπλοκής σε διαφορετικούς θεματικούς και κοινωνικούς χώρους.

 

Πιάνοντας το νήμα από τους παραπάνω προβληματισμούς να δούμε με αφετηρία την ιδρυτική μας συνδιάσκεψη ρόλο μας απέναντι στο ερώτημα ενός μαζικού, ριζοσπαστικού, δημοκρατικού νεολαιίστικου υποκειμένου. Έχοντας μεγάλη αυτοπεποίθηση για τις αντιλήψεις και τα ερωτήματα του δικού μας ιδεολογικοπολιτικού ρεύματος και του δικού μας χώρου συγκεκριμένα, δεν θεωρούμε ότι το παραπάνω ερώτημα μπορεί να απαντηθεί ως δικαίωση μιας “σωστής” γραμμής στα πλαίσια των υπαρχόντων εκφάνσεων της ελληνικής αριστεράς, ούτε καν της δικής μας. Επιλέγουμε επομένως να προσεγγίσουμε αυτό το ερώτημα στη βάση μιας ανασυνθετικής διαδικασίας η οποία θα καταφέρει να συγκρουστεί με τις υπάρχουσες παθογένειες όλων των μορφωμάτων. Στο έδαφος της μνημονιακής επίθεσης η περιθωριοποίηση και ο αποκλεισμός της νεολαίας συγκροτούν ένα πλατύ πεδίο μέσα στο οποίο μια ανασυνθετική διαδικασία αποκτά κοινωνικά επίδικα και εν δυνάμει μπορεί να αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι κόσμου από τους ήδη οργανωμένους. Σε αυτή τη κατεύθυνση με όρους ανοιχτότητας να εξερευνήσουμε τις δυνατότητας που ελλοχεύουν στην υπάρχουσα συγκυρία, είτε στα πλαίσια της αντίστασης στην μνημονιακή επίθεση και της επίθεσης στο πανεπιστήμιο, είτε ως κομμάτι της αυτοοργάνωσης, για τη συμπόρευση στα πλαίσια των αριστερών νεολαίων. Σε δεύτερο χρόνο θα κριθούμε και εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες στο κατά πόσο μπορούμε να αναβαθμίσουμε την πολιτική μας επικοινωνία με μία σειρά προνομιακών χώρων και ζητημάτων, υπερβαίνοντας και τις δικές μας αγκυλώσεις και ασφάλειες και με ενδεχόμενο στόχο την κατάληξη σε ένα πλατύ νεολαιίστικο υποκείμενο.

Μιχάλης Κατερίνης Λινάρδος

Θανάσης Παππάς

In this article